ἀπαρτικός: πρὸς ἄπαρσιν καὶ ἀποδημίαν ἕτοιμος, Hsch. ἀπαρτικός: πρὸς ἄπαρσιν καὶ ἀποδημίαν ἕτοιμος, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀπαρτικός: πρὸς ἄπαρσιν καὶ ἀποδημίαν ἕτοιμος, Hsch. ἀπαρτικός: πρὸς ἄπαρσιν καὶ ἀποδημίαν ἕτοιμος, Hsch.
ἀπόπροσθεν , Adv. = ἀπόπροθε , Hp. VC 10 . c. gen., νεφῶν καὶ ὑδάτων ἀ. Pl. Epin. 987a . ἀπόπροσθεν,Adv. A. = ἀπόπροθε , Hp. VC 10 . 2. c. gen., νεφῶν καὶ ὑδάτων ἀ. Pl. Epin. 987a .
ἀράη: φιάλην, καὶ ἀράκτην, Hsch. ; cf. ἀράκη, ἀρακτήρ. ἀράη: φιάλην, καὶ ἀράκτην, Hsch. ; cf.ἀράκη, ἀρακτήρ.
ἀργάδες: εἶδος φυτοῦ, καὶ ἀργαὶ γυναῖκες, Hsch. ἀργάδες: εἶδος φυτοῦ, καὶ ἀργαὶ γυναῖκες, Hsch.
menaces, threats, ἀρειά [ᾰρ], Ion. and poet.ἀρειή,ἡ, collective noun, A. menaces, threats, λευγαλέοις ἐπέεσσιν . . καὶ ἀρειῇ Il. 20.109 , but μειλιχίοις ἐπέεσσιν . . καὶ ἀρειῇ 21.339 ; πολλὰ δὲ
ἀρθύσανοι: ἀποσχίς ματα καὶ ἀποκλαστήματα, Hsch. ἀρθύσανοι: ἀποσχίς ματα καὶ ἀποκλαστήματα, Hsch.
very distin guished, ἀρι-πρεπής,ές, (πρέπω) A. very distin guished, ὡς καὶ σοὶ εἶδος μὲν ἀριπρεπές Od. 8.176 ; δότε δὴ καὶ τόνδε γενέσθαι . . ἀριπρεπέα Τρώεσσιν Il. 6.477 ; ἵππον ἀ. προὔχοντα 2
notable, ἀρίσημος[ᾰρῐ],ον,(σῆμα) A. notable, ἀρίσημα δὲ ἔργα τέτυκτο h.Merc. 12 ; καὶ τύμβος καὶ παῖδες ἐν ἀνθρώποις ἀρίσημοι Tyrt. 12.29 ; ἀνήρ Hp. Ep. 10 ; εἰκών Epigr.Gr. 260 (Cyrene). I
ἄρπισαι: αἱμασιαί, ἢ τάφρους, Hsch. ἀρπίσθος: φοῖνιξ: καὶ ἄρπισαι: αἱμασιαί, ἢ τάφρους, Hsch. ἀρπίσθος: φοῖνιξ: καὶ
ἀρτύς: σύνταξις, Hsch. ; cf. ἀρτύν: φιλίαν καὶ σύμβασιν ἢ κρίσιν, Id. (cf. ἀραρίσκω, ἀρθμός ). ἀρτύς: σύνταξις, Hsch. ; cf.ἀρτύν: φιλίαν καὶ σύμβασιν ἢ κρίσιν,Id. (cf.ἀραρίσκω, ἀρθμός).
ἀστόριον: μέγα καὶ διακεχυμένον, Hsch. ἀστόριον: μέγα καὶ διακεχυμένον, Hsch.
ἄστριγγας , καὶ ἄστριγγας,καὶ
occupation, business, engagement, ἀσχολ-ία,ἡ, A. occupation, business, engagement, πρᾶγμαἀσχολίας ὑπέρτερον Pi. I. 1.2 ,cf. Th. 1.90 , 8.72 , Pl. Phd. 58d ; πρᾳότης καὶ ἀ. Lys. 6.34 ; ἀ. καὶ ἀπρ
ἁτεροῖον: τὸ ἑτέρωθεν καὶ χωρίς, Hsch. ἁτεροῖον: τὸ ἑτέρωθεν καὶ χωρίς, Hsch.
slackness, enervation, debility, ἀτον-ία,ἡ, A. slackness, enervation, debility, Hp. Aër. 20 ;laziness, Epicur. Nat. 54 G.; ψυχῆς Plu. 2.535d ; ἀσθένεια καὶ ἀ. Luc. Nigr. 36 ; ἰνῶν ἀ. καὶ τρόμ
αὐτανίδας: αὖθις, πάλιν, Hsch. αὐτάντας: ὁ προεστώς τινος πράγματος καὶ αὐθεντῶν, Id. αὐτανίδας: αὖθις, πάλιν, Hsch. αὐτάντας: ὁ προεστώς τινος πράγματος καὶ αὐθεντῶν,Id.
αὐτο-ε<θεί>-ρας: κόμας ἢ καὶ κόσμους, Hsch. αὐτο-ε<θεί>-ρας: κόμας ἢ καὶ κόσμους, Hsch.
self-moved, αὐτο-κίνητος[ι],ον, A. self-moved, Arist. Ph. 258a2 , Plu. 2.952e , etc.; λογικὴ φύσις Ph. 1.36 , cf. Procl. Inst. 14 , Dam. Pr. 78 ; oflive-stock, πράγματα κινητά τε καὶ ἀκίνητα καὶ α
Ἀφαία , ἡ , name of divinity in Aegina, IG 4.1580 ; cf. Ἀφαία: ἡ Δίκτυννα, καὶ Ἄρτεμις, Hsch. Ἀφαία,ἡ, name of divinity in Aegina, IG 4.1580 ; cf.Ἀφαία: ἡ Δίκτυννα, καὶ Ἄρτεμις, Hsch.
ἀφαιᾶσαι: ἀπαλγῆσαι, ἀπολειτουργῆσαι, καὶ ἀπολέσαι, Hsch. ἀφαιᾶσαι: ἀπαλγῆσαι, ἀπολειτουργῆσαι, καὶ ἀπολέσαι, Hsch.
made invisible, blotted out, ἄφαντ-ος,ον, (φαίνομαι) A. made invisible, blotted out, ἀκήδεστοι καὶ ἄ. Il. 6.60 ; ἄσπερμος γενεὴ καὶ ἄ. ὄληται 20.303 , etc.;hidden, ἄ. ἕρμα A. Ag. 1007 (lyr.);
disappearing ἄφαντ-ος, ον, (φαίνομαι) made invisible, blotted out, ἀκήδεστοι καὶ ἄ.[[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 6.60; ἄσπερμος γενεὴ καὶ ἄ. ὄληται 20.303, etc.] Refs 8th c.BC+]; hidden,
easily, ἄφορτος,ον, opp.φορτικός(q. v.), A. πολιτικὸς καὶ ἄ. καὶ εὐγνώμων Antip.Stoic. 3.254 .Adv. -τως, φέρεινbeareasily,Teles p.15H. II. at Sparta,not having undergone the Lycurgean training,
without hands, ἄχειρ,ρος, A. without hands, ἄποδα καὶ ἄ. [ζῷα] Arist. HA 515b24 ;ἄ. καὶ ἄποδας [ἑρμᾶς] Plu. 2.797f , cf. Corn. ND 16 ; τὰ ἄ. hinder parts, X. Cyr. 3.3.45 .