bold in battle θρασύ-μᾰχος,ον, A. bold in battle, Arist. Rh. 1400b20 : as pr. n.,Thrasymachus:—henceAdj. θρασυ-μάχειος,α,ον , ἑρμηνείαstyleof T., D.H. Dem. 3 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
bold in battle θρασύ-μᾰχος,ον, A. bold in battle, Arist. Rh. 1400b20 : as pr. n.,Thrasymachus:—henceAdj. θρασυ-μάχειος,α,ον , ἑρμηνείαstyleof T., D.H. Dem. 3 .
θρᾰσύ-φωνος , ον ,= θρασύστομος , ibid. θρᾰσύ-φωνος,ον,=θρασύστομος, ibid.
θρεκ-τός , ή , όν ,= τροχαῖος, θρεκτοῖσι νόμοις , f.l. for κρεκτ- , S. Fr. 463 :—also θρεκτός: δρόμος , Phot. θρεκ-τός,ή,όν,=τροχαῖος, θρεκτοῖσι νόμοις, A. f.l. for κρεκτ- , S. Fr. 463 :—alsoθρεκτός
θρην-ητήριος , ον ,= θρηνητικός, ᾠδαὶ θ . Eust. 1372.26 . θρην-ητήριος,ον,=θρηνητικός, ᾠδαὶ θ. Eust. 1372.26 .
θρῐαμβ-ευτικός , ή , όν , v.l. for θριαμβικός , Plu. Cat.Ma. 24 . θρῐαμβ-ευτικός,ή,όν, A. v.l. for θριαμβικός , Plu. Cat.Ma. 24 .
θρῐαμβοδῑθύραμβος [ ῠ], ον , epith. of Bacchus, Pratin.Lyr. 1.16 . θρῐαμβοδῑθύραμβος[ῠ],ον , epith. of Bacchus, Pratin.Lyr. 1.16 .
θρῑπό-βρωτος , ον , ( βιβρώσκω ) = foreg., Philosteph. ap. Hsch. , Lyc. 508 :—a form θιπόβρωτος (dissim.) is condemned by Hsch. θρῑπό-βρωτος,ον, (βιβρώσκω)=foreg., Philosteph. ap. Hsch. , Lyc. 508 :—a
θυέλλ-ειος , α , ον ,= sq., στροφάλιγγες Orac. ap. Suid. s.v. Ἰουλιανός . θυέλλ-ειος,α,ον,= sq.,στροφάλιγγεςOrac. ap. Suid. A. s.v. Ἰουλιανός .
performing sacrifices, sacrificial θῠηπόλος,ον, alsoη,ον Suid. , (τελέω, τέλλω) A. performing sacrifices, sacrificial, χείρ A. Pers. 202 :Subst.,diviner, soothsayer, E. IA 746 , Ar. Pax 1124 ;prie
θῡμάρμενος , ον ,= foreg., τέρας B. 16.71 , cf. Nic. Al. 577 , Call. Dian. 167 . θῡμάρμενος,ον,= foreg., A. τέρας B. 16.71 , cf. Nic. Al. 577 , Call. Dian. 167 .
at the door θυρ-αῖος,α,ον, alsoος,ον S. El. 313 , E. Alc. 805 , Plu. (ll.cc.infr.): Aeol. θύραος IG 12(2).14 (Mytil.): (θύρα):— A. at the doororjust outside the door, A. Ag. 1055 , S. Aj. 793 ;θ.
θῠρεᾱφόρος , ον ,= θυρεοφόρος , Supp.Epigr. 3.351 (Thisbe, iii B.C. ), Plb. 5.53.8 , Plu. Aem. 19 , Arr. Tact. 4.4 . θῠρεᾱφόρος,ον,=θυρεοφόρος, Supp.Epigr. 3.351 (Thisbe,iii B.C.), Plb. 5.53.8 , Plu.
θῠσαν-ωτός , ή , όν ,= θυσανόεις, κιθών, αἰγέη , Hdt. 2.81 , 4.189 ; ἔνδυμα J. BJ 5.5.7 . θῠσαν-ωτός,ή,όν,=θυσανόεις, κιθών, αἰγέη, Hdt. 2.81 , 4.189 ; A. ἔνδυμα J. BJ 5.5.7 .
θωπ-ικός , ή , όν , ̔θώψ̓ = θωπευτικός , Id. Lys. 1037 , Max.Tyr. 9.7 . Adv. -κῶς Suid. θωπ-ικός,ή,όν , ̔θώψ̓ A. = θωπευτικός , Id. Lys. 1037 , Max.Tyr. 9.7 .Adv. -κῶς Suid.
θωρηκοφόρος , ον , Ion. for θωρακοφόρος . θωρηκοφόρος,ον, Ion. forθωρακοφόρος.
Ἰακχ-αῖος , α , ον , Bacchanalian , στέφανος Philet. 27 . Ἰακχ-αῖος,α,ον,Bacchanalian, A. στέφανος Philet. 27 .
ἱᾰνο-γλέφᾰρος [ ῐ], ον ,= μαλακο-βλέφαρος , prob. l. in Alcm. 23.69 : ἱᾰνο-γλέφᾰρος[ῐ],ον ,=μαλακο-βλέφαρος, prob. l. in Alcm. 23.69 :
Ἰάστιος , α , ον , Ionic , in Music, Max.Tyr. 7.1 . Ἰάστιος,α,ον,Ionic, in Music, Max.Tyr. 7.1 .
ἰατρ-ευτικός , ή , όν , = ἰατικός, φάρμακα Sch. Ar. Ach. 1211 . ἰατρ-ευτικός,ή,όν, A. = ἰατικός, φάρμακα Sch. Ar. Ach. 1211 .
ἰδῐό-κρῐτος , ον ( -κοιτον cod.),= ἰδιόρρυθμος , Hsch. ἰδῐό-κρῐτος,ον(-κοιτονcod.),=ἰδιόρρυθμος, Hsch.
ἰδῐο-πρόσωπος , ον , ib. 50 . ἰδῐο-πρόσωπος,ον, ib. 50 .
ἰδῐό-ρρυθμος , ον ,= ἰδιότακτος , Hsch. : gloss on αὐθέκαστος , Thom.Mag. p.25 R. ἰδῐό-ρρυθμος,ον,=ἰδιότακτος, Hsch. : A. gloss on αὐθέκαστος , Thom.Mag. p.25 R.
ἰδῐό-τακτος , ον , gloss on ἰδιόρρυθμος , Hsch. ἰδῐό-τακτος,ον, A. gloss on ἰδιόρρυθμος , Hsch.
feeding individuals ἰδῐο-τρόφος,ον, A. feeding individuals, Pl. Plt. 261d . II. ἰδιότροφος,ον ,feeding on a peculiar diet, opp.παμφάγος, Arist. HA 488a15 .