crooked, bent outwards γαυσός,ή,όν, orγαῦσος,η,ον(accent uncertain, Gal. 18(2).518 ; codd. of Hp. haveγαῦσοςbutγαυσοί), A. crooked, bent outwards, μηρός Hp. Fract. 20 , Art. 77 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
crooked, bent outwards γαυσός,ή,όν, orγαῦσος,η,ον(accent uncertain, Gal. 18(2).518 ; codd. of Hp. haveγαῦσοςbutγαυσοί), A. crooked, bent outwards, μηρός Hp. Fract. 20 , Art. 77 .
γεη-πόνος , γεη-πονικός , γεη-πονία , ἡ , v. γεωπ- . γεη-πόνος,γεη-πονικός,γεη-πονία,ἡ, A. v. γεωπ- .
γεῖσα , ἡ , = γεῖσον , AB 227 . γεῖσα,ἡ, A. = γεῖσον , AB 227 .
γείταινα , ἡ , fem. of γείτων , as τέκταινα of τέκτων , AB 1199 . γείταινα,ἡ, fem. ofγείτων, asτέκταιναofτέκτων, AB 1199 .
γειτο-σύνη , ἡ , = γειτονία , Str. 13.1.22 . γειτο-σύνη,ἡ, A. = γειτονία , Str. 13.1.22 .
γειτόν-ησις , εως , ἡ , = sq., Luc. Symp. 33 , Plot. 1.2.5 . γειτόν-ησις,εως,ἡ,=sq., Luc. Symp. 33 , Plot. 1.2.5 .
γελᾰσ-τύς , ύος , ἡ , Ion. for γέλως , Call. Del. 324 . γελᾰσ-τύς,ύος,ἡ, Ion. forγέλως, Call. Del. 324 .
Indian hemp, Cannabis sativa γελωτο-φυή,ἡ,=foreg. 11.2 , Apul. Herb. 8. γελωτό-φυλλις,ιδος,ἡ,Indian hemp, Cannabis sativa, Plin. HN 24.164 .
γελωτός , ή , όν , prob. f.l. for γελοῖος , Olymp. in Alc. p.10C. γελωτός,ή,όν, prob. A. f.l. for γελοῖος , Olymp. in Alc. p.10C.
of γενεθλιᾱλογ-ικός,ή,όν, A. oforfor nativity-casting, Ptol. Tetr. 54 :ἡ -κή(sub.τέχνη),=foreg., Ph. 1.464 .
γενεσι-αρχικός , ή , ον , = γενεαρχικός, χωρία Just. Nov. 21.2 . γενεσι-αρχικός,ή,ον, A. = γενεαρχικός, χωρία Just. Nov. 21.2 .
γενεσιακός , ή , όν , = γενεθλ-, ἡμέρα Vett.Val. 19.27 . γενεσιακός,ή,όν, A. = γενεθλ-, ἡμέρα Vett.Val. 19.27 .
genitive case γενετ-ικός,ή,όν:—fem.-κή(sc.πτῶσις),ἡ, A. genitive case, Sch. D.P. 449 .
γένετ-ις , ἡ , fem. of γενέτης , LXX Wi. 7.12 : acc. -τιν Aglaïas 10 . γένετ-ις,ἡ, fem. ofγενέτης, LXX Wi. 7.12 : acc. A. -τιν Aglaïas 10 .
γενή , ἡ , poet. for γενεά , Call. Fr. 241 , Herod. 2.1 , 4.84 . γενή,ἡ, poet. forγενεά, Call. Fr. 241 , Herod. 2.1 , 4.84 .
γενν-ημᾰτικός , ή , όν , = γεννητικός , J. BJ 4.8.3 . γενν-ημᾰτικός,ή,όν, A. = γεννητικός , J. BJ 4.8.3 .
γενν-ήτειρα , ἡ , fem. of γεννητήρ , Pl. Cra. 410c . γενν-ήτειρα,ἡ, fem. ofγεννητήρ, Pl. Cra. 410c .
γενν-ήτρια , ἡ , = γεννήτειρα, δικῶν Phryn. PS p.62 B. γενν-ήτρια,ἡ, A. = γεννήτειρα, δικῶν Phryn. PS p.62 B.
γέραιρα , ἡ , v. γεραρός . γεραιράδες or γεραράδες , αἱ , = γεραραί , AB 228 ; priestesses of Athena at Argos, ib. 231.10 ; γερηράδες , Hsch. γέραιρα,ἡ, A. v. γεραρός .γεραιράδεςorγεραράδες,αἱ, = γε
γερᾰνο-βοσία , ἡ , = sq., Poll. 9.16 . γερᾰνο-βοσία,ἡ,=sq., Poll. 9.16 .
γερᾰός , ή , όν , = γεραιός , S. OC 200 , Tim. Pers. 227 , Nic. Fr. 74.71 , IG 3.779 . γερᾰός,ή,όν, A. = γεραιός , S. OC 200 , Tim. Pers. 227 , Nic. Fr. 74.71 , IG 3.779 .
γέρην , ἡ , fem. of γέρανος , Ael.Dion. Fr. 104 , Hsch. ; also, = ἔντιμος , Id. γέρην,ἡ, fem. ofγέρανος, Ael.Dion. Fr. 104 , Hsch. ; also, A. = ἔντιμος , Id.
γεροντ-ία , ἡ , Lacon. , = γερουσία , X. Lac. 10.1 . γεροντ-ία,ἡ, Lacon. , A. = γερουσία , X. Lac. 10.1 .
γερωί̈α (i. e. γερω'ία ), ἡ , Lacon. form of γερουσία , Ar. Lys. 980 ( γερωχία codd.); cf. γερωνία , Hsch. γερωί̈α(i. e.γερω'ία),ἡ, Lacon. form ofγερουσία, Ar. Lys. 980 (γερωχίαcodd.); cf.γερωνία, Hsc