κασύας: ὄρκυνος (Perg.), Hsch. κασύτας , ου , ὁ , prob. = καδύτας (q. v.), Id. κασφυράσσεται: κατασπείρει , Id. κάσχεθε , Ep. for κατέσχεθε, κατέσχε , v. κατέχω . κασύας: ὄρκυνος(Perg.), Hsch. κασύτα
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κασύας: ὄρκυνος (Perg.), Hsch. κασύτας , ου , ὁ , prob. = καδύτας (q. v.), Id. κασφυράσσεται: κατασπείρει , Id. κάσχεθε , Ep. for κατέσχεθε, κατέσχε , v. κατέχω . κασύας: ὄρκυνος(Perg.), Hsch. κασύτα
κατέχω , fut. καθέξω (of duration) Il. 18.332 , κατασχήσω (of momentary action) Hdt. 5.72 , Th. 4.42 : aor. κατέσχον , poet. κατέσχεθον Hes. Th. 575 , S. El. 754 ; Ep. 3 sg. κάσχεθε Il. 11.702 , Aeol.
hold back κατα-σχεθεῖν,inf.ofκατέσχεθον, poet.aor.2ofκατέχω(v.Σχέθω): — A. hold back, κατὰ δ' ἔσχεθε λαὸν ἅπαντα Od. 24.530 ;κάσχεθε( Ep. forκατέσχεθε) Il. 11.702 ; χειρὶ παιωνίᾳ κατασχεθών A. Sup
downwards. κατά[κᾰτᾰ], poet.καταίacc. to A.D. Synt. 309.28 , found in Compds., asκαταιβάτης: Prep. with gen. or acc.:— A. downwards. A. WITH GEN., I. denoting motion from above,down from,βῆ δὲ κατ'