κεῖα: καθάρματα , Hsch. ; cf. κήϊα . κειάμενος , κείαντες , v. καίω . κειανθί: καίοντες , Id. κεῖθεν , κεῖθι , v. ἐκεῖθεν, ἐκεῖθι . κείθιον , v. κηθίς . κεῖα: καθάρματα, Hsch. ; cf.κήϊα.κειάμενος,κεία
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κεῖα: καθάρματα , Hsch. ; cf. κήϊα . κειάμενος , κείαντες , v. καίω . κειανθί: καίοντες , Id. κεῖθεν , κεῖθι , v. ἐκεῖθεν, ἐκεῖθι . κείθιον , v. κηθίς . κεῖα: καθάρματα, Hsch. ; cf.κήϊα.κειάμενος,κεία
κῆθυ , f.l. for κῆθι . κήϊα: καθάρματα , Hsch. ; cf. κεῖα . κῆθυ, A. f.l. for κῆθι .κήϊα: καθάρματα, Hsch. ; cf.κεῖα.
κέω , v. κείω . κεώδης: καθαρός , and κεώσατο: καθήρατο , Hsch. ; cf. κηώδης, κήϊα . κεῶεν ὄζει: εὐωδεῖ , Id. (Neut. of Κεώεις = κηώεις. ) κέω, A. v. κείω .κεώδης: καθαρός, andκεώσατο: καθήρατο, Hsc
purificatory κήϋος,α,ον, perh. A. purificatory, orburnt(καίω) , θύεν τρικτεύαν κηύαν IG 22.1126.34 (Amphict. Delph.); cf.κεῖα, κήϊα.
care, thought, solicitude μέριμν-α,ἡ, A. care, thought, solicitude, ὅν τε θαμιναὶ ἐπιστρωφῶσι μέριμναι h.Merc. 44 , cf. Pi. O. 2.54 , etc.;μ. τινός care for. . , A. Eu. 132 , S. OT 1460 ; ἀμφί τι