drive into, shut in κατείργω, Ion. κατειλ-έργω(v.ἔργω), Cypr. aor. 2 A. κατέϝοργον Inscr.Cypr. 135.1 H.:—alsoκατειλ-έργνυμι(v. infr.), Att. alsoκαθείργω,καθείργνυμι(q.v.):fut.-είρξω, Ion. -έρξω:
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
drive into, shut in κατείργω, Ion. κατειλ-έργω(v.ἔργω), Cypr. aor. 2 A. κατέϝοργον Inscr.Cypr. 135.1 H.:—alsoκατειλ-έργνυμι(v. infr.), Att. alsoκαθείργω,καθείργνυμι(q.v.):fut.-είρξω, Ion. -έρξω:
καταϝελμένος , v. κατειλέω . καταϝέργω , v. κατείργω . καταϝοικίδδω , v. κατοικίζω . καταϝελμένος, A. v. κατειλέω .καταϝέργω, v. κατείργω .καταϝοικίδδω, v. κατοικίζω .
κατίλλω , = κατειλέω, φωναὶ κακούμεναι καὶ κατίλλουσαι ( v.l. κατειλοῦσαι ) dub. sens. in Hp. Epid. 3.5 (cf. Gal. 17(1).678 , Erot. ); = κατείργω , Phot. s.v. κατουλάδα . κατίλλω, A. = κατειλέω, φων
shut in, confine καθείργνῡμι, and in Luc. Am. 39 καθείργω(=κατείργω, q.v.):aor. 1 A. καθεῖρξα E. Ba. 618 (troch.), etc.:—shut in, confine, usu. of animals or persons, κατὰ συφεοῖσιν ἐέργνυ Od. 1
κατειργᾰθόμην , poet. aor. Med. of κατείργω , A. Eu. 566 . κατειργᾰθόμην, poet.aor. Med. ofκατείργω, A. Eu. 566 .
shut in, ἔργω, Ep. and Ion. , andἐέργω, Ep. for Att. εἴργω(orεἵργω,v.infr.), which occurs once in Hom. , A. τῆλέ με εἴργουσι ψυχαί Il. 23.72 (s.v.l.):impf. εἶργον Th. 1.106 , (ἐξ-) Hdt. 5.22 :