μέλαινα , ἡ , v. μέλας . μέλαινα,ἡ, A. v. μέλας .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μέλαινα , ἡ , v. μέλας . μέλαινα,ἡ, A. v. μέλας .
βρῠ-ώνη , ἡ , = ἄμπελος μέλαινα , Nic. Th. 939 :—also βρῠ-ωνίς , ίδος , ἡ , ib. 858 ; cf.sq. βρῠ-ώνη,ἡ, A. = ἄμπελος μέλαινα , Nic. Th. 939 :—alsoβρῠ-ωνίς,ίδος,ἡ, ib. 858 ; cf.sq.
γῠναικ-άνθη , ἡ , = ἄμπελος μέλαινα , Plin. HN 23.27 . γῠναικ-άνθη,ἡ, A. = ἄμπελος μέλαινα , Plin. HN 23.27 .
δαύακες: θυμάλωπες, Hsch. δαυάς: μέλαινα, καὶ πονηρά, Id. δαῦγος: δασύς, Id. δαύακες: θυμάλωπες, Hsch. δαυάς: μέλαινα, καὶ πονηρά,Id.δαῦγος: δασύς,Id.
ἐλθετῶς: ἀντὶ τοῦ ἐλθέ, Σαλαμίνιοι , Hsch. ἐλίβοτρυς: ἄμπελός τις μέλαινα , Id. ἐλθετῶς: ἀντὶ τοῦ ἐλθέ, Σαλαμίνιοι, Hsch. ἐλίβοτρυς: ἄμπελός τις μέλαινα, Id.
ἐλύσσει: εἱλεῖται , Hsch. ἔλυστα: ἄμπελος μέλαινα , Id. ἐλύσσει: εἱλεῖται, Hsch. ἔλυστα: ἄμπελος μέλαινα, Id.
κηλήνη: μέλαινα , Hsch. κηλήνη: μέλαινα, Hsch.
מִילָנִי f. (μελανός, ή S. = μέλας, μέλαινα) dark-colored . Y. Ab. Zar. I, 39ᶜ top, v. אִימִירָא .—[Ar. s. v. מל 13 quotes: שחורה … כמילני , כמילניא… מִילָנִי f. (μελανός, ή S. = μέλας, μέλαινα) dark-
black, dark μέλᾱς( A. μέλᾰς Rhian. 58 , whereμέγαςis corrupt forμέλας), μέλαινα, μέλᾰν; gen.μέλᾰνος, μελαίνης, μέλᾰνος, etc.; Ep. dat.μείλανι(metri gr.) Il. 24.79 : Aeol. nom.μέλαις, fromΜέλανς, C
καυσᾰλίς , ίδος , ἡ , prob. glossed by ἡ μέλαινα καὶ ὑπέρυθρος , Hsch. ( καύσαλις cod.); perh. to be read for καυκαλίς , of a kind of σμύρνα , Dsc. 1.64 (and so in Orib. 12 s.v.), and for καυχαλίς (q.
Χειρωνιάς , άδος , ἡ , = κενταύρειον τὸ μέγα , Ps.- Dsc. 3.6 : Χειρώνιος ἄμπελος, = ἄμπελος μέλαινα , Dsc. 4.183 ; Χειρώνιον , = γεντιανή , Ps.- Dsc. 3.3 . Χειρωνιάς,άδος,ἡ, A. = κενταύρειον τὸ μέγα
* אִימִירָא f. (ἡμέρα) day . Y. Ab. Zar. I, 39ᶜ top, they lament over it מילני אי׳ , μέλαινα ἡμέρα, oh, the black (luckless) day! V. Macrob. Sat. I,… *אִימִירָא f. (ἡμέρα) day. Y. Ab. Zar. I, 39ᶜ top,
black all round: ἀμφιμέλας,-μέλαινα, -μέλᾰν, A. black all round: Hom. always epith. ofφρένες(best written divisim, as by Alex. critics),darkened on either side,of strong emotions, as anger, Il. 1.10
pain, distress, ἄχος[ᾰ],εος,τό, A. pain, distress,in Hom. always of mind,ἄχος αἰνόν, ἄλαστον, ἄτλητον, ὀξύ, Il. 4.169 , al.; ἄχεος νεφέλη μέλαινα 17.591 ; ἄχε' ἄκριτα 3.412 ; τὸν δ' εἷλεν ἄχος κ
ox-head, βου-κράνιον[ᾱ],τό , A. ox-head, EM 207.55 . II. = ἄμπελος μέλαινα , Ps.- Dsc. 4.183 . 2. = ἀντίρρινον , ib. 130 , Gal. 19.82 . III. machine for reducing dislocations, Orib. 49.4.74 .
barbarous Βρέττιος,α,ον,Bruttian, A. γλῶσσα B. , i.e.barbarous, Ar. Fr. 629 (dub.); B. ,ὁ, = δραπέτης , D.S. 16.15 ;Βρεττία: μέλαινα πίσσα, AB 223 .
bryony βρῠ-ωνία,ἡ, prop. A. = ἄμπελος μέλαινα , Dsc. 4.183 ; also, = ἄμπελος λευκή ,bryony, ib. 182 , cf. Gal. 11.827 ;β. ἀγρία, = χαμαίπιτυς , Ps.- Dsc. 3.158 ;β., φύλλον, ib. 125 .
beast ἑρπετόν, Aeol. perh.ὄρπετον(q.v.),τό, (ἕρπω) A. beastoranimal which goes on all fours, Od. 4.418 ; πᾶν ἑ. πληγῇ νέμεται Heraclit. 11 ; ἑρπετὰ ὅσσα τρέφει μέλαινα γαῖα Alcm. 60.3 ; ὄφις καὶ
willow, ἰτέα [ῑ], Ep. and Ion. ἰτέη, alsoἰτείη( A.R. 4.1428 ):ἡ:— A. willow, Il. 21.350 , Hecat. 292 (a) J. , Hdt. 1.194 ,PTeb.ined. 703.195 , etc.;ἰ. λευκή, = Salix alba, ἰ. μέλαινα, = Salix ampl
violet-bed ἰωνιά,ᾶς,ἡ, (ἴον) A. violet-bed, Ar. Pax 577 ;ἰ. λευκή giliflower, Matthiola incana, Thphr. HP 6.8.5 ;ἰ. μέλαινα violet, Viola odorata, ib. 6.6.2 . II. ground-pine, Ajuga Chamaepitys, Apo
blackish, ὑπομέλᾱς,μέλαινα, μέλᾰν, A. blackish, Hp. Epid. 1.26 .β́, Gal. 16.714 , Aret. SD 1.15 .
dark green, χλωρο-μέλᾱς,μέλαινα, μέλᾰν, A. dark green, Gal. 17(2).66 .
poppy μήκων, Dor. , Arc. μάκ-, Theoc. 7.157 , IG 5(2).514.16 (Lycosura,ii B. C.):ωνος , ἡ(ὁ Arist. (v. infr. 11.2 ), Polem.Hist. 88 , Polyaen. 8.6.1 ):— A. poppy, esp.opium poppy, Papaver somniferu
thorn, prickle ἄκανθ-α[ᾰκ],ης,ἡ,(ἀκήA) A. thorn, prickle, Arist. PA 655a19 , Thphr. HP 6.1.3 : hence, 1. any thornyorprickly plant(in Od. 5.328 (pl.) prob.Eryngium campestre), S. Fr. 718 , Eub. 107.