μέττον: μεῖζον , Ilsch. μέττος , v. μέσος . μεττρία , = εὔθυνα , Id.; cf. μαστρεία . μέττον: μεῖζον, Ilsch.μέττος, A. v. μέσος .μεττρία, = εὔθυνα , Id.; cf.μαστρεία.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μέττον: μεῖζον , Ilsch. μέττος , v. μέσος . μεττρία , = εὔθυνα , Id.; cf. μαστρεία . μέττον: μεῖζον, Ilsch.μέττος, A. v. μέσος .μεττρία, = εὔθυνα , Id.; cf.μαστρεία.
b μέσος,η,ον, also Arc. (v.ἰμέσος, μεσακόθεν); Ep. μέσσος(also Aeol. , Sapph. 1.12 , IG 11(4).1064b32 , and Lyr., Pi. P. 4.224 , and sts. in Trag., E. HF 403 (lyr.), S. OC 1247 (lyr.), Tr. 635 (lyr.)