παρ-κατέλεκτο , παρ-κλίνω , παρ-κύπτω , παρ-λαμβάνω , poet. for παρα- . παρμέμβλωκε , v. παραβλώσκω . παρ-κατέλεκτο,παρ-κλίνω,παρ-κύπτω,παρ-λαμβάνω, poet. forπαρα-.παρμέμβλωκε, A. v. παραβλώσκω .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
παρ-κατέλεκτο , παρ-κλίνω , παρ-κύπτω , παρ-λαμβάνω , poet. for παρα- . παρμέμβλωκε , v. παραβλώσκω . παρ-κατέλεκτο,παρ-κλίνω,παρ-κύπτω,παρ-λαμβάνω, poet. forπαρα-.παρμέμβλωκε, A. v. παραβλώσκω .
go beside παραβλώσκω, poet.pf. παρμέμβλωκα, A. go beside, esp. for the purpose of protecting, τῷ δ' αὖτε φιλομμειδὴς Ἀφροδίτη αἰεὶ παρμέμβλωκε Il. 4.11 ; ἦ γάρ οἱ αἰεὶ μήτηρ παρμέμβλωκεν 24.73 .