σκαπερδεύω , in Hippon. 1 , expld. by Tz. ( An.Ox. 3.351 , where -παρδ- ) συμμαχῆσαι : but by Hsch. , λοιδορῆσαι : cf. σκαρπαδεῦσαι: κρῖναι , and καπαρδεῦσαι: μαντεύσασθαι , Id. σκαπερδεύω, in Hippon.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σκαπερδεύω , in Hippon. 1 , expld. by Tz. ( An.Ox. 3.351 , where -παρδ- ) συμμαχῆσαι : but by Hsch. , λοιδορῆσαι : cf. σκαρπαδεῦσαι: κρῖναι , and καπαρδεῦσαι: μαντεύσασθαι , Id. σκαπερδεύω, in Hippon.
σκάρος [ ᾰ], εος , τό , = σκαρθμός , EM 723.2 . σκαρπαδεῦσαι , v. σκαπερδεύω . σκάρτας: ταχύς , Hsch. σκαρφᾶσθαι: σκεδάννυσθαι , Id. (Cf. Ῥοδοσκάρφα .) σκάρφος , v. κάρφος . σκάρος[ᾰ],εος,τό, A. = σ