σχινδάλᾰμος , σχιζο-αλμός , ὁ , Att. for σκινδάλαμος (q.v.). σχινδάλᾰμος,σχιζο-αλμός,ὁ, Att. forσκινδάλαμος(q.v.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σχινδάλᾰμος , σχιζο-αλμός , ὁ , Att. for σκινδάλαμος (q.v.). σχινδάλᾰμος,σχιζο-αλμός,ὁ, Att. forσκινδάλαμος(q.v.).
splinter σκινδάλᾰμος [ᾰλ], Att. σχινδάλᾰμος,ὁ, A. splinter, in form σχινδαλμός Hp. Mul. 2.133 (σκινδαλαμός, σχιδαλαμός, etc. in codd.);σκινδαλμός, Dsc. 1.18 . II. metaph.,λόγων ἀκριβῶν σχινδάλαμο