ἐεισάμην , ἐείσαο , part. ἐεισάμενος , Ep. aor. of εἴδομαι , v. Εἴδω :— but ἐείσατο , ἐεισάσθην , v. εἴσομαι 11 . ἐεισάμην,ἐείσαο,part. ἐεισάμενος, Ep. aor.ofεἴδομαι, A. v. Εἴδω :— butἐείσατο,ἐεισά
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐεισάμην , ἐείσαο , part. ἐεισάμενος , Ep. aor. of εἴδομαι , v. Εἴδω :— but ἐείσατο , ἐεισάσθην , v. εἴσομαι 11 . ἐεισάμην,ἐείσαο,part. ἐεισάμενος, Ep. aor.ofεἴδομαι, A. v. Εἴδω :— butἐείσατο,ἐεισά
ibo εἶμι( A. ibo),2 sg. εἶ S. Tr. 83 , Ar. Av. 990 , Ep. and Ion. εἶς Hes. Op. 208 , εἶσθα Il. 10.450 , Od. 19.69 ;3 sg. εἶσι; pl.ἴμεν, ἴτε, ἴᾱσι: imper.ἴθι(alsoεἶin the compd. ἔξει Ar. Nu.
go, εἴσομαι,fut.ofοἶδα(Εἴδω). II. Ep. fut.of (ϝ)εί-'rush', 'hasten', δεῦρ' εἴσεται Od. 15.213 :3 sg. aor. εἴσατο Il. 5.538 , etc. ; ἐείσατο 15.415 ; but sts. simplygo,as εἴσῃ Od. 16.313 ;