ἠκάδα: ἠνδρωμένην γυναῖκα , Hsch. ἠκαῖον: ἀσθενές , Id. ἤκαλος , ον , = ἀκαλός , Call. Fr. 27 P.:—also ἠκαλέον γελόωσα: πράως, οὐκ ἐσκυθρωπακυῖα , Hsch. ἤκᾰχε , v. ἀχεύω, ἀχέω (A) 11.1 . ἠκάδα: ἠνδρωμ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἠκάδα: ἠνδρωμένην γυναῖκα , Hsch. ἠκαῖον: ἀσθενές , Id. ἤκαλος , ον , = ἀκαλός , Call. Fr. 27 P.:—also ἠκαλέον γελόωσα: πράως, οὐκ ἐσκυθρωπακυῖα , Hsch. ἤκᾰχε , v. ἀχεύω, ἀχέω (A) 11.1 . ἠκάδα: ἠνδρωμ
slightly, a little ἦκα,Adv.: I. of Place or Motion,slightly, a little,ἦκ' ἐπ' ἀριστερά a littleto the left, Il. 23.336 ; ἦ. παρακλίνας κεφαλήν Od. 20.301 : hence, generally,softly, gently, ἦ. ἐλάσα