αἰγιόνομοι: ζῷα οὕτω καλούμενα , Hsch. αἰγιόνομοι: ζῷα οὕτω καλούμενα, Hsch.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
αἰγιόνομοι: ζῷα οὕτω καλούμενα , Hsch. αἰγιόνομοι: ζῷα οὕτω καλούμενα, Hsch.
ἱππο-λήπτρας: τὰς τριχίνους σειρὰς Πάρθυι οὕτω καλοῦσιν , Hsch. ( -λημπρα cod., fort. -λήμπτρας ). ἱππο-λήπτρας: τὰς τριχίνους σειρὰς Πάρθυι οὕτω καλοῦσιν, Hsch. (-λημπραcod., fort.-λήμπτρας).
μελιτέτροπα: τὴν χλαμύδα οὕτω καλοῦσιν , Hsch. μελιτήμερον: ἡδύ, γλυκύ , Id. μελιτέτροπα: τὴν χλαμύδα οὕτω καλοῦσιν, Hsch. μελιτήμερον: ἡδύ, γλυκύ, Id.
πυρσ-ανίδες: οὕτω Νύμφαι καλοῦνται , Hsch. πυρσ-ανίδες: οὕτω Νύμφαι καλοῦνται, Hsch.
τεσσίχου: τὸ μικρόν , Hsch. (Fort. τεσσίχον: οὕτω μικρόν : perh. a dial. form of Τοσσίχον , cf. ὁσσίχος , with τε- as in τέουτος, τεσσοῦτος .) τεσσίχου: τὸ μικρόν, Hsch. (Fort.τεσσίχον: οὕτω μικρόν: p
thus(-ly) οὕτως, and before a consonant οὕτω (but sometimes οὕτως before a consonant, [[ 5th-6th c.BC: Aristophanes Comicus “Aves” 63, 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Gorgias” 522c, 4th c.BC: Demost
βρουλός: πονηρός , Hsch. βροῦνος: ἐνεὸς ἢ μαινόμενος , Id. βρούξ: τράχηλος, βρόγχος , Id. βρούτιδες: γυναῖκες οὕτω καλούμεναι , Cyr. , Suid. βροῦτος , = βρῦτος , Hsch. βροῦχαλ: θερμός , Id. βρούχετος:
λόμβαι: αἱ τῇ Ἀρτέμιδι θυσιῶν ἄρχουσαι, ἀπὸ τῆς κατὰ τὴν παιδιὰν σκευῆς. οἱ γὰρ φάλητες οὕτω καλοῦνται , Hsch. λομβούς: τοὺς ἀπεσκολυμμένους , Id. λομβρός , όν , in Comp. λομβρότερον , name of an in d
παρούας , οὕτω γὰρ Ἀπολλόδωρος ἐθέλει Ael. NA 8.12 :—also πάρωος , Philum. Ven. 32 , Hsch. παρώας ἵππος a chestnut horse ( μεταξὺ τεφροῦ καὶ πυρροῦ Phot. ), αἱ παρῶαἱ ἵπποι Arist. HA 630a29 : fem. παρ
σκύρβια: κρόμμυα , Hsch. σκυρθάλια: μειράκια, ἔφηβοι , Id. σκυρθαλιάς: Θεόφραστος τοὺς ἐφήβους οὕτω φησὶ καλεῖσθαι: Διονύσιος δὲ τοὺς μείρακας , Id. σκυρθάλιος: νεανίσκος , Id. σκυρθάνια: τοὺς ἐφήβους
τέρυ: ἀσθενές, λεπτόν , Hsch. τέρυας ἵππους: οὕτω λέγονται ὅσοι ἀδδηφάγοι εἰσί. ἔνιοι τοὺς ἀσθενεῖς , Id. τερύνης: τετριμμένος ὄνος, καὶ γέρων, ἢ δυσανάληπτος γέρων , Id. τερύσκ-εται: νοσεῖ, φθίνει ,
without reproach, ἀνεπί-φθονος,ον, A. without reproach, ἔγχος S. Tr. 1033 (lyr.);ἀ. ἐστι πᾶσινit isno reproach toany one, Th. 6.83 , cf. Pl. R. 612b , Epicur. Fr. 161 ; οὕτω γάρ μοι . . ἀνεπιφθονώ
a Boeotian Βοιωτός,ὁ, A. a Boeotian, Il. 2.494 , etc.:—Βοιωτία,ἡ,Boeotia, so called from itscattle-pastures:—Adj. Βοιώτ-ιος,α,ον,Boeotian, Hes. Fr. 132 , etc.; with a notion ofgluttonous, οὕτω σφόδρ'
tragic mask βρίκελος,ὁ, a name of a A. tragic mask, Cratin. 205 , acc. to Did. ap. Hsch. also expld. as = ἱστοπόδης orβάρβαρος(βριξὶν(leg.βρύξιν) ἴκελα: οὕτω δὲ ἔλεγον τοὺς βαρβάρους Paus. Gr. Fr.
within ἔνδον,Adv. A. within, Il. 11.98 , etc.; ἦσαν ἡμῖν ἔ. ἑπτὰ μναῖ Lys. 19.22 , cf. D. 27.10 ; φρένες ἔ. ἐῖσαι Od. 11.337 ,al.; κραδίη ἔ. ὑλάκτει 20.13 ;τἄνδον οὐχ οὕτω φρονῶν in one's heart
seek after, wish for, miss ἐπιζητ-έω, A. seek after, wish for, miss, τινά Hdt. 3.36 , Plu. Sull. 19 ; οὐδὲν ἄλλο χρῆμα οὕτω ἐν βραχέϊ ἐπεζήτησα ὡς . . Hdt. 5.24 ;μηδὲν ἐπιζητείτω letherlacknothin
to seek after ἐπιζητ-έω, seek after, wish for, miss, τινά [[ 5th c.BC: Herodotus Historicus 3.36, 1st-2nd c.AD: Plutarchus Biographus et Philosophus “Sulla” 19; οὐδὲν ἄλλο χρῆμα οὕτω ἐν βραχέϊ ἐπεζήτ
of ἕσπερος,ον(v. sub fin.), A. oforat evening, [ἀστὴρ] ἕ.theevening-star, Il. 22.318 ; opp.ἑῷος ἀστήρ, AP 7.670 ( Pl. ); prov., οὔθ' ἕσπερος οὔθ' ἑῷος οὕτω θαυμαστός Arist. EN 1129b28 : asSubst.,
inherit κληρονομ-έω, A. inherit, c. gen. rei, ὥσπερ τῆς οὐσίας, οὕτω καὶ τῆς φιλίας τῆς πατρικῆς κ. Isoc. 1.2 , cf. Is. 4.7 , Lycurg. 127 ; ὅς γ' ἐκεκληρονομήκεις τῶν . . χρημάτων πλεῖν ἢ πέντε ταλ
to inherit κληρονομ-έω, inherit, with genitive of things, ὥσπερ τῆς οὐσίας, οὕτω καὶ τῆς φιλίας τῆς πατρικῆς κ. [[ 5th-6th c.BC: Isocrates Orator 1.2, compare 4th c.BC: Isaeus Orator 4.7, 4th c.BC: L
fool κόροιβος,ὁ, A. fool, Hsch. ;οὐχ οὕτω κ. ὁ ἈλέξανδροςPs.- Gem. in Iriarte Cat.Cod.Matrit. p.391 . (Fr. pr. n.Κόροιβος, Euph. 71 , etc.)
persist, persevere, hold out λῑπᾰρ-έω, A. persist, persevere, hold out, of obstinate resistance, λιπαρήσομεν οὕτω, ὅκως ἂν ἔχωμεν Hdt. 8.144 : inpart.,τοὺς Λυδοὺς τέως μὲν διάγειν λιπαρέονταςcontin
in vain, without result μάψ(B),Adv. A. in vain, without result, μ. οὕτω . . πολεμίζειν Il. 2.120 ;without aim or object, 20.298 . II. vainly, falsely, μ. ὀμόσαιμι 15.40 ; μ. αὔτως εὐχετάασθαι 2
ply the woof μῐτό-ομαι, Med. , A. ply the woofin weaving, AP 6.285 ( Nicarch. ): metaph.,φθόγγον μιτώσασθαι let one'svoicesound like a string, ib. 7.195 ( Mel. ); also, of Fate, Μοῖρα οὕτω ἐμιτώσατο