build in ἐνοικο͂δομέω, A. build ina place, [ τῇ νήσῳ] πύργον Th. 3.51 ; [ ἐν τῇ Αακωνικῇ] τείχισμα Id. 8.4 ; θύρετρον BCH 6.24 (Delos,ii B. C.):— Pass. , ἐν τῇ Μιλήτῳ φρούριον Th. 8.84 :— Med
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
build in ἐνοικο͂δομέω, A. build ina place, [ τῇ νήσῳ] πύργον Th. 3.51 ; [ ἐν τῇ Αακωνικῇ] τείχισμα Id. 8.4 ; θύρετρον BCH 6.24 (Delos,ii B. C.):— Pass. , ἐν τῇ Μιλήτῳ φρούριον Th. 8.84 :— Med
ἐνορχέομαι , = ὀρχέομαι ἐν . ., Alciphr. 3.65 . ἐνορχέομαι, A. = ὀρχέομαι ἐν . ., Alciphr. 3.65 .
ἐνουσι-ακῶς , Adv. dub. sens. in BGU 277ii10 ( ii A. D. , fort. ἐν οὐσιακοῖς ). ἐνουσι-ακῶς,Adv.dub. sens. in BGU 277ii10 (ii A. D., fort.ἐν οὐσιακοῖς).
ἐνσοφιστεύω , = σοφιστεύω ἐν . ., ἀκακωτάτοις ἤθεσι Ph. 1.315 : abs., Id. 2.59 . ἐνσοφιστεύω, A. = σοφιστεύω ἐν . ., ἀκακωτάτοις ἤθεσι Ph. 1.315 : abs., Id. 2.59 .
ἐνσπᾰθάω , = σπαθάω ἐν . ., ταῖς τοῦ θεοῦ δωρεαῖς Ph. 2.372 . ἐνσπᾰθάω, A. = σπαθάω ἐν . ., ταῖς τοῦ θεοῦ δωρεαῖς Ph. 2.372 .
ἐντείρω , = τείρω ἐν . . , Q.S. 1.671 ( Pass. ). ἐντείρω, A. = τείρω ἐν . . , Q.S. 1.671 ( Pass. ).
build ἐντειχ-ίζω, A. buildorfortify ina place, ἀκροπόλεις ἐν ταῖς πόλεσιν Isoc. 4.137 , cf. X. HG 4.8.1 ; φρούρια Id. Cyr. 3.1.27 ; πόλιν ἐν τῷ ἀγκῶνι D.H. 3.44 ; φρουροὺς τοῖς χωρίοις J. AJ 9
ἐντελέθω , = τελέθω ἐν . . , Nic. Th. 660 . ἐντελέθω, A. = τελέθω ἐν . . , Nic. Th. 660 .
cut in, engrave upon, ἐντέμνω, Ion. ἐντεμεν-τάμνω, A. cut in, engrave upon, ἐν τοῖσι λίθοισι γράμματα Hdt. 8.22 ; of a map, χάλκεον πίνακα, ἐν τῷ γῆς . . περίοδος ἐνετέτμητο Id. 5.49 :cutorscoo
ἐντολμάομαι , Dep. , = τολμάω ἐν . ., Ael. Fr. 212 . ἐντολμάομαι,Dep., A. = τολμάω ἐν . ., Ael. Fr. 212 .
to revel ἐν-τρυφάω, ῶ [in LXX: Isa.55:2 57:4 (עָנַג hith.), Hab.1:10 (קָלַס hith.), 4Ma.8:8, etc. ;] to revel in: ἐν-τ. ἀπάταις, 2Pe.2:13 (see Mayor, in l).† (AS)
ἐνωδάς: ἐν ᾧ ὁ ἴουλος ἐπιγίνεται, Hsch. ἐνωδάς: ἐν ᾧ ὁ ἴουλος ἐπιγίνεται, Hsch.
of six metres, ἑξάμετρος [ᾰ],ον, A. of six metres, ἐν ἑ. τόνῳinhexametermeasure, Hdt. 1.47 ; ἐν ἔπεσι ἑ. Id. 7.220 , cf. Pl. Lg. 810d ;ἑξάμετρα(sc.ἔπη) Arist. Rh. 1404a34 , Po. 1449a27 , Demetr. El
utterly destroyed, ruined, ἐξώλ-ης,ες, A. utterly destroyed, ruined, ἐ. γίνεσθαι Hdt. 7.9 . β́; ἐξώλεις καὶ προώλεις ποιεῖν τινας ἐν γῇ καὶ ἐν θαλάσσῃ D. 18.324 , cf. 19.71 ; freq. in imprecatio
ἐπανά-ρρυμα , ατος , τό , = τὸ ἐν Ἀρείῳ πάγῳ ἐπίθυμα , AB 417 , cf. Phot. s.v. κρέας. ἐπανά-ρρυμα,ατος,τό, A. = τὸ ἐν Ἀρείῳ πάγῳ ἐπίθυμα , AB 417 , cf. Phot. s.v. κρέας.
of the nature of an ἐπιγενν-ημᾰτικός,ή,όν, A. of the nature of an ἐπιγέννηυα,resulting, consequential, Stoic. 3.137 ; ἐν τῇ ψυχῇ τὸ ἓν οὐκ ἐ. ὡς ἐπὶ τοῦ σώματος Dam. Pr. 237 .Adv. -κῶς Chrysipp.
ἐπίθεος: σημεῖον ἐν θυτικῇ , Hsch. ἐπίθεος: σημεῖον ἐν θυτικῇ, Hsch.
set upon ἐπικαθ-ίζω, A. set upon, τινὰ ἐπί τι Hp. Art. 78 : abs., (sc.κλίμακι) ibid.; τινὰ ἐν ἅρματι LXX 4 Ki.. 10.16 ;ἐν ὅπλοις ἀφανῶς ἐ. τὸ στρατιωτικόν J. AJ 18.3.1 :— Med. ,φυλακὴν ἐπεκαθ
in danger, insecure ἐπικίνδῡν-ος,ον, A. in danger, insecure, Hdt. 6.86 . ά; ἐ. ῆ̓ν μὴ λαμφθείη Id. 7.239 ; πρόσοδοι D. 36.11 ;ἐν ἐπικινδύνῳ, opp.ἐν τῷ ἀσφαλεῖ, Th. 1.137 . 2. .dangerous, διδάσκα
ἐπικόκκουρος: ὁ παρατηρητὴς ἐν σταδίῳ ( Lacon. ), Hsch. ἐπικόκκουρος: ὁ παρατηρητὴς ἐν σταδίῳ( Lacon. ), Hsch.
inspection, visitation ἐπίσκεψις,εως,ἡ, A. inspection, visitation, X. Oec. 8.15 ; τῶν ἱερῶν Pl. Lg. 849a ; τῶν ἱππέων Plu. Crass. 13 ;ἐν ἐπισκέψει from the observer's point of view(opp.ἐν ὑποκειμ
εὐαφήδισεν: ἄφρων τις ἐν αὐταῖς ἰσχυρόν , Hsch. εὐαφήδισεν: ἄφρων τις ἐν αὐταῖς ἰσχυρόν, Hsch.
εὐβόητος , ον , = εὔφημος , Hsch. s.v. ἐν εὐφήμῳ . εὐβόητος,ον, A. = εὔφημος , Hsch. s.v. ἐν εὐφήμῳ .
εὐέλιον: ἐλλιπὲς ἐν ἱερείῳ , Hsch. εὐέλιον: ἐλλιπὲς ἐν ἱερείῳ, Hsch.