νεό-σσῠτος , ον , = νέορτος , Hsch. ; ἰχώρ Nonn. D. 29.268 ; ὄγκος ἀνίης ib. 4.10 . νεό-σσῠτος,ον, A. = νέορτος , Hsch. ; ἰχώρ Nonn. D. 29.268 ;ὄγκος ἀνίηςib. 4.10 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
νεό-σσῠτος , ον , = νέορτος , Hsch. ; ἰχώρ Nonn. D. 29.268 ; ὄγκος ἀνίης ib. 4.10 . νεό-σσῠτος,ον, A. = νέορτος , Hsch. ; ἰχώρ Nonn. D. 29.268 ;ὄγκος ἀνίηςib. 4.10 .
νεο-σύλλεκτος , ον , = sq., D.H. 8.13 , 11.23 , J. BJ 1.17.1 , Plu. Caes. 25 . νεο-σύλλεκτος,ον,=sq., D.H. 8.13 , 11.23 , J. BJ 1.17.1 , Plu. Caes. 25 .
new-born νεό-τοκος,ον, A. new-born: metaph.,fresh, recent, πάθος Aret. CD 1.5 . II. parox.νεοτόκος,ον, Act. ,having just brought forth, E. Ba. 701 , Aret. CA 2.3 ; λύκαινα νεοτόκος σπαργῶσα τοὺ
νεό-τροφος , ον , = νεοτρεφής , A. Ag. 724 (lyr.), Cratin. 326 . νεό-τροφος,ον, A. = νεοτρεφής , A. Ag. 724 (lyr.), Cratin. 326 .
νεο-φθίμενος [ῐ] , η , ον , = foreg., Nonn. D. 25.274 , al. νεο-φθίμενος [ῐ],η,ον,=foreg., Nonn. D. 25.274 , al.
νεό-χρηστος , ον , dub. in Diotog. ap. Stob. 4.1.96 (leg. νεόθρεπτα ). νεό-χρηστος,ον, dub. in Diotog. ap. Stob. 4.1.96 (leg.νεόθρεπτα).
lower, nether, νέρτερος,α,ον, alsoος,ον E. Ph. 1020 (lyr.):— A. = ἐνέρτερος ,lower, nether, Comp. without Posit. in use (cf.νέρθε, ἔνερθε), νερτέρᾳ προσήμενος κώπῃ A. Ag. 1617 ; τὰ δ' ὑπέρτερα ν
Nestor, Νέστωρ,ορος,ὁ, A. Nestor, Il. 1.247 , etc.:—Adj. Νεστόρεος,η,ον, 2.54 , al.;Νεστόρειος,α,ον , ἅρμα Pi. P. 6.32 ; μέλος E. Fr. 899 ; σκύφος Luc. Herm. 12 .
νευρο-κοίλιος , ον , dub. sens. in Hp. Loc.Hom. 5 (fort. εὐρυκοίλιοι ). νευρο-κοίλιος,ον, dub. sens. in Hp. Loc.Hom. 5 (fort.εὐρυκοίλιοι).
νευστ-ός , ή , όν , ( νέω A) = κολυμβάς , Luc. Lex. 13 . νευστ-ός,ή,όν, (νέωA) A. = κολυμβάς , Luc. Lex. 13 .
νεφρ-ικός , ή , όν , f.l. for νεφριτικός , Dsc. 1.6 . νεφρ-ικός,ή,όν, A. f.l. for νεφριτικός , Dsc. 1.6 .
νέωρος , ον , = νεώρης , Hdn.Gr. 1.200 , Hsch. , Phot. νέωρος,ον, A. = νεώρης , Hdn.Gr. 1.200 , Hsch. , Phot.
νεώτατος , η , ον , Sup. of νέος. νεώτατος,η,ον, Sup. of νέος.
νή-παυστος , ον , ( νη-, παύω ) = ἄπαυστος : neut. as Adv. , νήπαυστον αἰάζουσα Lyc. 972 . νή-παυστος,ον, (νη-, παύω) A. = ἄπαυστος : neut. asAdv., νήπαυστον αἰάζουσα Lyc. 972 .
νηδύμιος [ῠ] , η , ον , = sq., Opp. H. 3.412 . νηδύμιος [ῠ],η,ον,=sq., Opp. H. 3.412 .
νηο-κόρος , ον , ( νηός ) poet. for νεωκόρος, ib. 9.22 ( Phil. ). νηο-κόρος,ον, (νηός) poet. forνεωκόρος,ib. 9.22 ( Phil. ).
νηπεδᾰνός , ή , όν , = ἠπεδανός , Opp. C. 3.409 ; cf. νήδυμος, ἥδυμος. νηπεδᾰνός,ή,όν, A. = ἠπεδανός , Opp. C. 3.409 ; cf.νήδυμος, ἥδυμος.
νηπῐ́-εος , α , ον , = νήπιος, χεῖρα . . . νηπιέην Opp. H. 3.585 . νηπῐ́-εος,α,ον, A. = νήπιος, χεῖρα . . . νηπιέην Opp. H. 3.585 .
child νήπῐος, α [[(2nd c.AD: Soranus Medicus 1.7, +others)] Refs 2nd c.AD+], Ionic dialect η, ον, also ος, ον [[ 3rd c.BC: Lycophron Tragicus 638] Refs 3rd c.BC+]:— infant, child, frequently in [[ 8t
infant, child, νήπῐος,α( Sor. 1.7 , al.), Ion. η,ον, alsoος,ον Lyc. 638 :— A. infant, child,freq. in Hom. , νήπιον, οὔ πω εἰδόθ' ὁμοιίου πολέμοιο Il. 9.440 ; νήπια τέκνα 2.136 , etc.; βρέφος ἔτ
νηρῐτόμῡθος , ον , = πολύμυθος , Id. νηρῐτόμῡθος,ον, A. = πολύμυθος , Id.
νηρῐτόφυλλος , ον , = πολύφυλλος , Hsch. νηρῐτόφυλλος,ον, A. = πολύφυλλος , Hsch.
νηυσιπέρητος , ον , v. ναυσιπέρατος. νηυσιπέρητος,ον, A. v. ναυσιπέρατος.
νηφᾰ́λ-ιμος , ον , = sq., Orac. ap. Phleg. Fr. 36.10 J. νηφᾰ́λ-ιμος,ον,=sq., Orac. ap. Phleg. Fr. 36.10 J.