εὔπλουτον κανοῦν: εὖ ἔχον πλούτου, διὰ τὰς ἐπ' αὐτῷ ὀλάς: πλοῦτον γὰρ ἔλεγον τὴν ἐκ τῶν κριθῶν καὶ τῶν πυρῶν περιουσίαν , Hsch. εὔπλουτον κανοῦν: εὖ ἔχον πλούτου, διὰ τὰς ἐπ' αὐτῷ ὀλάς: πλοῦτον γὰρ ἔλ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
εὔπλουτον κανοῦν: εὖ ἔχον πλούτου, διὰ τὰς ἐπ' αὐτῷ ὀλάς: πλοῦτον γὰρ ἔλεγον τὴν ἐκ τῶν κριθῶν καὶ τῶν πυρῶν περιουσίαν , Hsch. εὔπλουτον κανοῦν: εὖ ἔχον πλούτου, διὰ τὰς ἐπ' αὐτῷ ὀλάς: πλοῦτον γὰρ ἔλ
ἐχυρῆσαι: τῷ διὰ χειρὸς ὅρκῳ συνθέσθαι, καὶ κρατηθῆναι , Hsch. ἐχυρῆσαι: τῷ διὰ χειρὸς ὅρκῳ συνθέσθαι, καὶ κρατηθῆναι, Hsch.
ἴληοι: θηρία διὰ φρυγάνων, κτλ. , Hsch. (fort. θηρίδια φ. ; cf. εἰλύϊος, ἐλειός 111 ). ἴληοι: θηρία διὰ φρυγάνων, κτλ., Hsch. (fort.θηρίδια φ.; cf. A. εἰλύϊος, ἐλειός 111 ).
purity κᾰθᾰρ-ότης,ητος,ἡ, A. purityofαἰθήρas compared withἀήρ, Pl. Phd. 111b : metaph., [ἡ σοφία] χωρεῖ διὰ πάντων διὰ τὴν κ. LXX Wi. 7.24 ;ἡ τῶν εἰδῶν κ. Dam. Pr. 308 ;ἄμικτος καὶ ἀσύγχυτος κ. ibid.
cleanliness κᾰθᾰρ-ότης, ητος, ἡ, purity of αἰθήρ as compared with ἀήρ, [[ 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Phaedo” 111b: _metaphorically_, [ἡ σοφία] χωρεῖ διὰ πάντων διὰ τὴν κ. LXX.Wis.7.24 ] LXX+5th
cleanness κᾰθᾰρ-ότης, ητος, ἡ, purity of αἰθήρ as compared with ἀήρ, [[ 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Phaedo” 111b: _metaphorically_, [ἡ σοφία] χωρεῖ διὰ πάντων διὰ τὴν κ. LXX.Wis.7.24 ] LXX+5th c
λῐν-άω , only found in compds. δια-, ἐκ-, ἐπι-λινάω . λῐν-άω, only found in compds.δια-, ἐκ-, ἐπι-λινάω.
νανοκάκα: διὰ ῥινῶν λαλοῦσα , Hsch. νανοκάκα: διὰ ῥινῶν λαλοῦσα, Hsch.
with a hole ὀπαῖος,α,ον, A. with a holeoropening, διὰ τῆς ὀπαίας κεραμίδος, = διὰ τῆς καπνοδόκης , through the tilewith a hole in it(for the smoke to escape), Diph. 84 , cf. Moer. p.292 P . . Poll.
contention παρα-δια-τριβή, -ῆς, ἡ useless wrangling: seel. in Rec. for διαπαρατριβή (which see), 1Ti.6:5.† δια-παρα-τριβή, -ῆς, ἡ (παρατριβή, friction, irritation) mutual irritation (Field, Notes,
ῥίμβαι: ῥοιαὶ μεγάλαι. ἄμεινον δὲ διὰ τοῦ ξ ξίμβαι , Hsch. (cf. ξίμβραι ). ῥίμβησις: ἀγκύλη τοῦ ὤμου, οἱ δὲ τὸν βραχίονα τοῦ ἱερείου , Id. ῥίμβαι: ῥοιαὶ μεγάλαι. ἄμεινον δὲ διὰ τοῦ ξ ξίμβαι, Hsch. (cf
σᾰφ-έω ,= σαφηνίζω , Gal. 14.596 , Suid. ; elsewhere only in compds., δια-σαφέω , etc. σᾰφ-έω,=σαφηνίζω, Gal. 14.596 , Suid. ; elsewhere only in compds.,δια-σαφέω, etc.
στολοκρατές: τὸ τῆς Ἰοῦς μέτωπον, διὰ τὰ κέρατα , Hsch. (= Trag.Adesp. 598 , fort. στολόκρου κρατός ). στολοκρατές: τὸ τῆς Ἰοῦς μέτωπον, διὰ τὰ κέρατα, Hsch. (= Trag.Adesp. 598 , fort.στολόκρου κρατός
φαρμᾰ́κ-ειᾰ , ἡ , = φαρμακίς , name for σίττη ( διὰ τὸ πολύιδρις εἶναι ), Id. HA 616b23 . φαρμᾰ́κ-ειᾰ,ἡ, A. = φαρμακίς , name forσίττη(διὰ τὸ πολύιδρις εἶναι), Id. HA 616b23 .
φαύσκω , cited in EM 673.51 , al., but only found in the compds. δια-, ἐπι-, ὑπο-φαύσκω, and in redupl. πιφαύσκω. φαύσκω, cited in EM 673.51 , al., but only found in the compds.δια-, ἐπι-, ὑπο-φαύσκω,
love of life, φῐλοζω-ί̈α,ἡ, A. love of life,esp. of an ignoble kind,clinging to life, διὰ φιλοζωί̈αν Plb. 15.10.5 , cf. Andronic. Rhod. p.572 M.; διὰ τῆς συγγενοῦς φ. D.S. 2.50 ; ὑπὸ φ. D.L. 6.
φοινίκ-ισμα , ατος , τό , in pl., = τὰ διὰ φοινίκων ἐπιθέματα , cj. in Aët. 9.10 ( φοινίσματα codd.). φοινίκ-ισμα,ατος,τό, in pl., A. = τὰ διὰ φοινίκων ἐπιθέματα , cj. in Aët. 9.10 (φοινίσματαcodd.)
funnel, χοᾰ́ν-η, contr. χώνη, A. funnel, δίκην δὲ χοάνης(fort.ἀκοῇ δὲ χοάνην) ὦτα διετετρήνατο Ar. Th. 18 , cf. Ph. 1.245 ; κύλικας ἀντλεῖν διὰ χώνης Pherecr. 108.31 ; καταχεῖν ὥσπερ διὰ χώνης
דיו־ a Greek prefix. —1) = δι-, v. preced. —2) = δια-. דיו־ a Greek prefix. —1) = δι-, v. preced. —2) = δια-.
through/because of διά, poetry διαί (Aeolic dialect ζά, which see), preposition governing genitive and accusative — Rad. sense, through; never anastrophic [Prop. δῐᾰ: but [[ 8th c.BC: Homerus Epicus
heavenly, δῖος,δῖᾰ( Hom. ,v.infr.),δῖον,fem.δίᾱin E. Rh. 226 (lyr.), IT 404 (lyr.) ( A. δίη Hes. Th. 260 codd.); fem. δῖος E. Ba. 599 (anap.):—in Ep. ,heavenly, δ. γένος Il. 9.538 , etc., use
διαδᾰτέομαι , aor. διεδασάμην Pi. (v. infr.): in reciprocal sense, divide among themselves, διὰ κτῆσιν δατέοντο Il. 5.158 , Hes. Th. 606 , cf. Pi. O. 1.51 ; δ. τὴν ληί̈ην Hdt. 8.121 . in act.sense, di
to penetrate δια-δύνω [[ 5th c.BC: Hippocrates Medicus “περὶ φυσῶν” 13, 4th c.BC: Aristoteles Philosophus “de Anima” 404a7 ] Refs 5th c.BC+]: διαδύω [[ 5th c.BC: Herodotus Historicus 2.66 codices ] R
cut through, cut in twain, dissever, διατέμνω, Ion. and Dor. διατελ-τάμνω(q.v.),fut. -τεμῶ, A. cut through, cut in twain, dissever, διὰ δὲ γλῶσσαν τάμε μέσσην Il. 17.618 , cf. 522 (tm.), Hdt. 2.1