εἰσοδ-εύω , = εἴσειμι, εἰ. καὶ ἐξοδεύειν PRyl. 162.25 (ii A.D.) , cf. Sammelb. 6152.14 . εἰσοδ-εύω, A. = εἴσειμι, εἰ. καὶ ἐξοδεύειν PRyl. 162.25 (ii A.D.), cf. Sammelb. 6152.14 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
εἰσοδ-εύω , = εἴσειμι, εἰ. καὶ ἐξοδεύειν PRyl. 162.25 (ii A.D.) , cf. Sammelb. 6152.14 . εἰσοδ-εύω, A. = εἴσειμι, εἰ. καὶ ἐξοδεύειν PRyl. 162.25 (ii A.D.), cf. Sammelb. 6152.14 .
ἐκδιᾶν: σπᾶν, καὶ κέραμον συντετριμμένον, Hsch. ἐκδιᾶν: σπᾶν, καὶ κέραμον συντετριμμένον, Hsch.
decide, ἐκδῐκ-άζω,pf. A. ἐκδεδίκακα OGI 7.3 (Cyme):— Med. ,fut.- δικῶμαι LXX Le. 19.18 :—decide, μίαν(sc.δίκην) Ar. Eq. 50 , cf. Lys. 17.5 ; δίκας καὶ γραφὰς καὶ εὐθύνας X. Ath. 3.2 :— Pass. ,
ἕλις: μόνος καὶ ὅλος , Hsch. ἕλις: μόνος καὶ ὅλος, Hsch.
falling short, defect ἔλλειψις,εως,ἡ, A. falling short, defect, opp.ὑπερβολή, Democr. 102 , Pl. Prt. 356a ; opp.ὑπεροχή, Arist. Ph. 187a17 , Metaph. 1042b25 ; ὑπερβολὴ καὶ ἔ. καὶ τὸ μέσον Id. EN 110
Ἑλλοί: Ἕλληνες οἱ ἐν Δωδώνη, καὶ οἱ ἱερεῖς , Hsch. ; cf. Σελλοί . Ἑλλοί: Ἕλληνες οἱ ἐν Δωδώνη, καὶ οἱ ἱερεῖς, Hsch. ; cf.Σελλοί.
the stock of the plough ἔλῡμα,ατος,τό, (ἐλύω) A. the stock of the plough, Hes. Op. 430 , 436 : also expld. byνύσσα, καὶ τὸ ἱμάτιον, καὶ ἡ ἀϊών, Hsch.
ἐμβακανίτης: τὸ μετὰ τοῦ ταρίχους καὶ στέατος σκευαζόμενον βρῶμα , Hsch. ἐμβακανίτης: τὸ μετὰ τοῦ ταρίχους καὶ στέατος σκευαζόμενον βρῶμα, Hsch.
ἔμβριον: θεῖον , Hsch. ἐμβρόνιον: μικρὸν καὶ ἀπόρφυρον ἱμάτ ιον Τιβερικόν (leg. Ἰβηρικόν ), Id. ἔμβριον: θεῖον, Hsch. ἐμβρόνιον: μικρὸν καὶ ἀπόρφυρον ἱμάτ ιον Τιβερικόν(leg.Ἰβηρικόν), Id.
ἐναθύρω [ῡ] , = ἀθύρω ἐν, Χοροῖς καὶ μέλεσι Him. Or. 21.8 , cf. 4.9 . ἐναθύρω [ῡ], A. = ἀθύρω ἐν, Χοροῖς καὶ μέλεσι Him. Or. 21.8 , cf. 4.9 .
ἔνη , v. ἔνος (B). ἕνη καὶ νέα, v. ἕνος 2 . ἔνη, A. v. ἔνος (B).ἕνη καὶ νέα, v. ἕνος 2 .
ἐνθαλάμια: πλάσματα ἐκ μήκωνος καὶ σησάμης, Hsch. ἐνθαλάμια: πλάσματα ἐκ μήκωνος καὶ σησάμης, Hsch.
ἐνθῡμ-άζω: ἐμπίπτω, καὶ ἐνορμῶ, Hsch. ἐνθῡμ-άζω: ἐμπίπτω, καὶ ἐνορμῶ, Hsch.
skilful, ready, ἐντρεχ-ής,ές, A. skilful, ready, ἐν πόνοις καὶ μαθήμασι καὶ φόβοις ἐντρεχέστατος Pl. R. 537a : abs., Longin. 44.1 , M.Ant. 6.14 , etc.;τὸ ἐ.Perseusap. Philetaer.Gramm. in Rh.Mus. 4
subsist in, ἐνυπό-κειμαι, A. subsist in, ἐ. καὶ τᾷ ὄψι καὶ τῷ ἀέρι τὸ δυνάμι διαφανέςAristombr. ap. Stob. 1.52.21 , cf. Hierocl. in CA 11p.438M.
ἐξαμοιβάς: ἑτέροις καὶ ἑτέραις, Hsch. ἐξαμοιβάς: ἑτέροις καὶ ἑτέραις, Hsch.
ἐξαντῶν: ἀντιάζων τῆς κόρρης καὶ τοῦ πώγωνος, οἷον ὑπογεν<ε> ιάζων , Hsch. (with a second and less prob. expl.). ἐξαντῶν: ἀντιάζων τῆς κόρρης καὶ τοῦ πώγωνος, οἷον ὑπογεν<ε>ιάζων, Hsch. (with a secon
ἐξαφάζων: ἐξ ἑαυτοῦ γιγνόμενος, καὶ περιβλέπων, Hsch. ἐξαφάζων: ἐξ ἑαυτοῦ γιγνόμενος, καὶ περιβλέπων, Hsch.
ἐξεικάδιοι: οἱ ἐκτὸς<τῆς> αὐτῆς εἰκάδος, καὶ τάγματος τοῦ αὐτοῦ, Hsch. ἐξεικάδιοι: οἱ ἐκτὸς<τῆς> αὐτῆς εἰκάδος, καὶ τάγματος τοῦ αὐτοῦ, Hsch.
release, escape ἐξείλ-ησις,εως,ἡ, A. release, escapefrom,αὐχένων καὶ χειρῶν καὶ πλευρῶν,in wrestling, Pl. Lg. 796a .
Ἐξήκεστος: ἡταιρηκώς, ὅθεν καὶ τοὺς πρωκτοὺς ὁμωνύμως ἐξηκέστους ἔλεγον, Hsch. Ἐξήκεστος: ἡταιρηκώς, ὅθεν καὶ τοὺς πρωκτοὺς ὁμωνύμως ἐξηκέστους ἔλεγον, Hsch.
ἐπὰψ θέμεναι: πάλιν ἐπικλεῖσαι καὶ ἐπιθεῖναι EM 354.25 (leg. ἐπ' ἂψ θ., v.l. in Il. 21.535 ). ἐπὰψ A. θέμεναι: πάλιν ἐπικλεῖσαι καὶ ἐπιθεῖναι EM 354.25 (leg.ἐπ' ἂψ θ., v.l. in Il. 21.535 ).
ἐπερρώπτης: ὑπηρέτης, Hsch. ἐπέρτερα: μείζω καὶ ὑψηλότερα, Id. (leg. ὑπ- ). ἐπερρώπτης: ὑπηρέτης, Hsch. ἐπέρτερα: μείζω καὶ ὑψηλότερα,Id. (leg.ὑπ-).
anoint, besmear, ἐπι-χρίω [ῑ], A. anoint, besmear, ἐπιχρίοντες ἀλοιφῇ(sc.τὸ τόξον) Od. 21.179 ; χρῶτ' ἀπονιψαμένη καὶ ἐπιχρίσασα παρειάς 18.172 :— Med. ,χρῶτ' ἀπονίπτεσθαι καὶ ἐπιχρίεσθαι ἀλοιφῇib.