thievish, tricky, wily Ἐπίκλοπ-ος,ον, A. thievish, tricky, wily,ἠπεροπῆά τ' ἔμεν καὶ ἐ. Od. 11.364 ;κερδαλέος κ' εἴη καὶ ἐ. 13.291 ;ἐ. ἦθος, of women, Hes. Op. 67 , cf. A. Eu. 149 (lyr.); ἐπικλοπώτερ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
thievish, tricky, wily Ἐπίκλοπ-ος,ον, A. thievish, tricky, wily,ἠπεροπῆά τ' ἔμεν καὶ ἐ. Od. 11.364 ;κερδαλέος κ' εἴη καὶ ἐ. 13.291 ;ἐ. ἦθος, of women, Hes. Op. 67 , cf. A. Eu. 149 (lyr.); ἐπικλοπώτερ
common to ἐπίμεικτος,ον, A. common to, Λυδοῖς καὶ Καρσί Str. 14.1.38 . 2. .mixed, Nic. Th. 528 , Gal. 7.433 ;φάσηλοι ἐ. ἐκ φορτίδων νεῶν καὶ μακρῶν combining the featuresof . . , App. BC 5.95 :ὁ ἐ
in combination ἐπίμεικτος, ον, common to, Λυδοῖς καὶ Καρσί 1st c.BC-1st c.AD: Strabo Geographus 14.1.38. __2. mixed, [[ Nic. “Th.” 528, Gal. 7.433] Refs]; φάσηλοι ἐ. ἐκ φορτίδων νεῶν καὶ μακρῶν comb
sea-port ἐπίνειον,τό, (ναῦς̓ A. sea-portwhere the fleet of a country lies, Hdt. 6.116 , Th. 1.30 , 2.84 ;ἐπίνεια καὶ λιμέναςtheharboursand roadsteads, Arist. Pol. 1327a33 ; πολίχνη ᾗ ἐ. καὶ ἀγορᾷ ἐχρ
ἐπιξενοδίκη: ἡ συνηγορή, καὶ ἡττηθεὶς ἀπόλλυται , Hsch. ἐπιξενοδίκη: ἡ συνηγορή, καὶ ἡττηθεὶς ἀπόλλυται, Hsch.
ἐπιπελανίαι : ὀλαί, καὶ πόπανα , Hsch. ἐπιπελανίαι:ὀλαί, καὶ πόπανα, Hsch.
ἐπίστρατα: ἀποπίπτοντα τῶν πεμμάτων: καὶ ἕρματα , Hsch. ἐπίστρατα: ἀποπίπτοντα τῶν πεμμάτων: καὶ ἕρματα, Hsch.
rend, break, ἐρέχθω, A. rend, break, δάκρυσι καὶ στοναχῇσι καὶ ἄλγεσι θυμὸν ἐρέχθων Od. 5.83 :— Pass. ,ἐρεχθομένην ἀνέμοισι,of a ship,buffetedby the winds, Il. 23.317 : metaph., ὀδύνῃσιν ἐρεχθομέν
ἐρίβοια: νύξ: καὶ μεγάλως τιμωμένη, Hsch. ἐρίβοια: νύξ: καὶ μεγάλως τιμωμένη, Hsch.
ἐριστήρ: μαρσίππιον ( -ίπιος cod.), σάκκος, ἢ ἕρκτης καὶ πράκτης, Hsch. (leg. ἑρκτήρ ). ἐριστήρ: μαρσίππιον(-ίπιοςcod.),σάκκος, ἢ ἕρκτης καὶ πράκτης, Hsch. (leg.ἑρκτήρ).
εὖα: ἐπιφημισμὸς ληναϊκὸς καὶ μυστικός , Hsch. for acc. sg. εὔαν , v. εὔας . εὐά: τράγου φωνῆς μίμημα Anon. ap. Suid. εὖα: ἐπιφημισμὸς ληναϊκὸς καὶ μυστικός, Hsch. II. for acc. sg.εὔαν, v. εὔας . II
to be pure, holy εὐαγ-έω[ᾰ],(εὐᾰγήςA) A. to be pure, holy, E. Ba. 1008 (lyr.); αὐτὸς δ' εὐαγέοιμι καὶ εὐαγέεσσιν ἅδοιμι Theoc. 26.30 , cf. Orph. Fr. 222 ; εὐαγέων καὶ εὐαγέεσσι μελοίμην Call. Del.
εὐθῠ-καίνα: ἡ σχοῖνος, διὰ τὸ εὐθέως κτείνειν, καὶ δύναται εἶναι εὐθῠ-καίνα: ἡ σχοῖνος, διὰ τὸ εὐθέως κτείνειν, καὶ δύναται εἶναι
εὔνοιος , ον , = foreg., φίλοι καὶ εὔ . SIG 559.52 ( Magn. Mae., iii B. C. ), cf. IGRom. 4.247.34 ( Assos ). Adv. - οίως Sammelb. 5294.9 (iii A.D.) . εὔνοιος,ον,=foreg.,φίλοι καὶ εὔ. SIG 559.52 ( Magn
enjoy oneself, make merry εὐπαθ-έω, A. enjoy oneself, make merry, πίνειν καὶ εὐπαθέειν Hdt. 2.133 , 174 ;indulge oneself, live comfortably, Pl. R. 347c ; of the soul, τρέφεται καὶ εὐπαθεῖ Id. Phdr
safe and well, happy εὔσοος,ον, A. safe and well, happy, εὔσοα τέκνα Theoc. 24.8 :εὔσως, Bato 5.10 is corrupt; cf.εὔσους: ὁ διευτυχῶν, καὶ ἥρως ἐγχώριος, καὶ εὐκίνητος, εὔφορος(cf.σεύω), Hsch.
ἐφάρμ-οσις , εως , ἡ , = ἐφαρμογή, τόπων καὶ τάξιος Ti.Locr. 95c , cf. Procl. Hyp. 3.13 . ἐφάρμ-οσις,εως,ἡ, A. = ἐφαρμογή, τόπων καὶ τάξιος Ti.Locr. 95c , cf. Procl. Hyp. 3.13 .
ἐφημίαι: άγροί , καὶ βελτίονα φήμης , Hsch. ἐφημίαι: άγροί , καὶ βελτίονα φήμης, Hsch.
ἐχυρῆσαι: τῷ διὰ χειρὸς ὅρκῳ συνθέσθαι, καὶ κρατηθῆναι , Hsch. ἐχυρῆσαι: τῷ διὰ χειρὸς ὅρκῳ συνθέσθαι, καὶ κρατηθῆναι, Hsch.
emulator, zealous admirer ζηλ-ωτής,οῦ,ὁ, A. emulator, zealous admirerorfollower, μιμητὴς καὶ ζ. τῆς πατ ρῴας ἀρετῆς Isoc. 1.11 ; ζ. καὶ ἐρασταὶ τῆς Λακεδαιμονίων παιδείας Pl. Prt. 343a ; τῆς ἡλικ
zealot ζηλ-ωτής, οῦ, ὁ, emulator, zealous admirer or follower, μιμητὴς καὶ ζ. τῆς πατρῴας ἀρετῆς [[ 5th-6th c.BC: Isocrates Orator 1.11; ζ. καὶ ἐρασταὶ τῆς Λακεδαιμονίων παιδείας 5th-6th c.BC: Plato
Zealot ζηλ-ωτής, οῦ, ὁ, emulator, zealous admirer or follower, μιμητὴς καὶ ζ. τῆς πατρῴας ἀρετῆς [[ 5th-6th c.BC: Isocrates Orator 1.11; ζ. καὶ ἐρασταὶ τῆς Λακεδαιμονίων παιδείας 5th-6th c.BC: Plato
day ἦμαρ, Dor. and Arc. ἆμαρ,ατος,τό, A. = ἡμέρα ,day, the prevailing form in Hom. , νύκτες τε καὶ ἤματα Od. 11.183 ;νύκτας τε καὶ ἦμαρby night andday, Il. 5.490 , Od. 24.63 (where sg.ἦμαρis used
quiet, gentle ἠρεμ-αῖος,α,ον, A. quiet, gentle,λῦπαι, ἡδοναί, Pl. Lg. 734a ; γένεσις Id. Plt. 307a ;πῦρ ἠ.a slightfever, Hp. Mul. 1.38 ;σμικρὰ καὶ ἠ., opp.μεγάλα καὶ σφοδρά, Pl. Lg. 733c : Comp. ,