newness καινότης, -ητος, ἡ (καινός), [in LXX: 3Ki.8:53, Eze.47:12 * ;] __1. novelty (Thuc., Isocr., LS, see word). __2. freshness, newness: ἐν κ. ζωῆς (see Lft., Notes, 296), Rom.6:4; ἐν κ. πνεύματ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
newness καινότης, -ητος, ἡ (καινός), [in LXX: 3Ki.8:53, Eze.47:12 * ;] __1. novelty (Thuc., Isocr., LS, see word). __2. freshness, newness: ἐν κ. ζωῆς (see Lft., Notes, 296), Rom.6:4; ἐν κ. πνεύματ
καλλιβάντες: ὅμοια σμιλίοις καὶ ψαλίσιν, ἐν αἷς τὰς ὀφρῦς κοσμοῦσιν αἱ γυναῖκες , Hsch. καλλιβάντες: ὅμοια σμιλίοις καὶ ψαλίσιν, ἐν αἷς τὰς ὀφρῦς κοσμοῦσιν αἱ γυναῖκες, Hsch.
καμπῠλό-εις , εσσα , εν , poet. for καμπύλος, ἴτυς AP 6.28 (Jul.Aegypt.). καμπῠλό-εις,εσσα,εν, poet. for A. καμπύλος, ἴτυς AP 6.28 (Jul.Aegypt.).
καριμοίρους: τοὺς ἐν μηδεμιᾷ μοίρᾳ, ἢ μισθοφόρους , Hsch. ; cf. Κάρ . καριμοίρους: τοὺς ἐν μηδεμιᾷ μοίρᾳ, ἢ μισθοφόρους, Hsch. ; cf.Κάρ.
καρτερό-εις , εσσα , εν , = καρτερός , Epic.Alex.Adesp. 9iv 7 . καρτερό-εις,εσσα,εν, A. = καρτερός , Epic.Alex.Adesp. 9iv 7 .
covered, shut up κατά-φρακτος,ον, A. covered, shut up, ἐν δεσμῷ S. Ant. 958 (lyr., in old Att. formκατάφαρκτος);πλοῖα κ. deckedvessels, Th. 1.10 codd., cf. Plb. 1.20.13 ; ἔν τε ταῖς ἀφράκτοις καὶ τ
live one's life out, live on καταζῶ, A. live one's life out, live on, ἐν ἀνακτόροις θεοῦ καταζῇ δεῦρ' ἀεὶ σεμνὸν βίον E. Ion 56 , cf. Pl. Smp. 192b , Arist. EN 1100b16 , Plu. 2.194a ; ἐν ἡσυχίᾳ Ph
liken to κατεικάζω, A. liken to, κατεικάζουσιν ἡμᾶς ἰσχάδι Eup. 345 :— Pass. ,to beorbecome like, ὦ . . τοῖς ἐν Αἰγύπτῳ νόμοις φύσιν κατεικασθέντε S. OC 338 . II. guess, surmise, Hdt. 6.112 ; ἐν
κέλετρον: ᾧ τοὺς ἰχθύας θηρῶσιν ἐν τοῖς ποταμοῖς , Hsch. κέλετρον: ᾧ τοὺς ἰχθύας θηρῶσιν ἐν τοῖς ποταμοῖς, Hsch.
κέρκυ: διπλῆ αὕτη καὶ δικέλαδος καὶ διθύσανος: ἐχρῆτο δὲ αὐτῇ μᾶλλον ὁ ἐν Κῷ πρύτανις , Hsch. κέρκυ: διπλῆ αὕτη καὶ δικέλαδος καὶ διθύσανος: ἐχρῆτο δὲ αὐτῇ μᾶλλον ὁ ἐν Κῷ πρύτανις, Hsch.
κήμιψ: φλὲψ γεώδης ( -ῶδες cod.) ἐν πέτραις ( μέτρ - cod.), Hsch. κήμιψ: φλὲψ γεώδης(-ῶδεςcod.)ἐν πέτραις(μέτρ- cod.), Hsch.
κισσ-ήεις , εσσα , εν , = κίσσινος , Nic. Th. 510 , Nonn. D. 40.93 . κισσ-ήεις,εσσα,εν, A. = κίσσινος , Nic. Th. 510 , Nonn. D. 40.93 .
raven, Corvus corax κόραξ,ᾰκος,ὁ, A. raven, Corvus corax(not in Hom. );πάντα τάδ' ἐν κοράκεσσι καὶ ἐν φθόρῳ'food forcrows', Thgn. 833 ; κόρακες ὣς ἄκραντα γαρύετον Διὸς πρὸς ὄρνιχα θεῖον Pi. O. 2.87
raven κόραξ, ᾰκος, ὁ, raven, Corvus corax (not in [[ 8th c.BC: Homerus Epicus)] Refs 8th c.BC+]; πάντα τάδ᾽ ἐν κοράκεσσι καὶ ἐν φθόρῳ 'food for crows', [[ 6th c.BC: Theognis Elegiacus 833; κόρακες ὣς
κορσ-ήεις , εσσα , εν , = κορσοειδής , prob. in Orph. L. 498 . κορσ-ήεις,εσσα,εν, A. = κορσοειδής , prob. in Orph. L. 498 .
κοτόεις , εσσα , εν , = κοτήεις , A.D. Adv. 189.12 , EM 34.57 . κοτόεις,εσσα,εν, A. = κοτήεις , A.D. Adv. 189.12 , EM 34.57 .
κούρκουμον , τό , = κημός , Hsch. s.v. ἐν κημῷ . κούρκουμον,τό, A. = κημός , Hsch. s.v. ἐν κημῷ .
κράγιον: σύστρεμμα ( σύνστριμμα cod.) ἐν κεφαλῇ , Hsch. κράγιον: σύστρεμμα(σύνστριμμαcod.)ἐν κεφαλῇ, Hsch.
κράος: ἐν ᾧ τὴν γῆν σκάλλουσι, καὶ ἡ σκαλευομένη ἄμπελος , Hsch. κράος: ἐν ᾧ τὴν γῆν σκάλλουσι, καὶ ἡ σκαλευομένη ἄμπελος, Hsch.
κρησίπαιδα (fort. - πεδα ) : ἐν Σαμιακῇ θυσίᾳ . . μέρη ἱερείων , Id. Κρῆσσα , v. Κρής . κρησίπαιδα(fort. -πεδα): ἐν Σαμιακῇ θυσίᾳ . . μέρη ἱερείων, Id.Κρῆσσα, A. v. Κρής .
chilling κρῠ-όεις,εσσα,εν, A. chilling, in metaph. sense, φόβου κρυόεντος Il. 9.2 ; κρυόεσσα Ἰωκή 5.740 ; ἐν πολέμῳ κρυόεντι Hes. Th. 936 ; συντυχία Pi. I. 1.37 : later in lit. sense,icy-cold
rolling, wallowing κῠλίνδ-ησις,εως,ἡ, A. rolling, wallowing, ἐν γυναίοις Plu. Ant. 9 . II. metaph.,constant practice, skill, ἐν λόγοις Pl. Sph. 268a .
κῡμᾰτό-εις , εσσα , εν , poet. for κυματίας , Arist. Fr. 640.18 , Opp. H. 1.4 . κῡμᾰτό-εις,εσσα,εν, poet. forκυματίας, Arist. Fr. 640.18 , Opp. H. 1.4 .
κύρβη , ἡ , dub. sens., κ. ἀργυρᾶ ἐν σανιδίῳ προσηλωμένη IG 11(2).161 B 76 , 199 B 10 (Delos, iii B.C. ). κύρβη,ἡ, dub. sens., A. κ. ἀργυρᾶ ἐν σανιδίῳ προσηλωμένη IG 11(2).161 B 76 , 199 B 10 (De