defeat, discomfiture ἧσσα, Att. ἧττα,ης,ἡ, A. defeat, discomfiture, Th. 5.12 , 7.72 , Pl. Lg. 638b ;πολέμουin war, Id. La. 196a ; ἧττα . . πολέμου καὶ δικῶν καὶ ἀγορῶν Aeschin. 3.111 , cf. Plu. 2.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
defeat, discomfiture ἧσσα, Att. ἧττα,ης,ἡ, A. defeat, discomfiture, Th. 5.12 , 7.72 , Pl. Lg. 638b ;πολέμουin war, Id. La. 196a ; ἧττα . . πολέμου καὶ δικῶν καὶ ἀγορῶν Aeschin. 3.111 , cf. Plu. 2.
θέσπαλαι: αἱ Κῷαι, παρὰ Φιλητᾷ, καὶ αἱ φαρμακίδες , Hsch. (prob. Θεσσαλαί ). θέσπαλαι: αἱ Κῷαι, παρὰ Φιλητᾷ, καὶ αἱ φαρμακίδες, Hsch. (prob.Θεσσαλαί).
generating females θηλῠ-γόνος,ον, A. generating females, Hp. Steril. 230 ; καὶ γυναῖκες καὶ ἄνδρες . . θ. εἰσίν Arist. HA 585b13 ; of animals, ib. 573b32 , GA 766b32 . II. θηλυγόνον,τό , a plant s
θηρο-ζῠγοκαμψῐμέτωπος , ον , = ὁ θῆρας ζυγῶν καὶ κάμπτων τὰ μέτωπα , a word formed as part of a verse containing all the letters, AP 9.538 . θηρο-ζῠγοκαμψῐμέτωπος,ον, A. = ὁ θῆρας ζυγῶν καὶ κάμπτων
serf, bondsman θής,θητός,ὁ , A. serf, bondsman, θῆτές τε δμῶές τε Od. 4.644 ; later,hired labourer, θῆτά τ' ἄοικον ποιεῖσθαι Hes. Op. 602 ; μισθωτοὺς καὶ θῆτας Pl. Plt. 290a ;βάναυσοι καὶ θ.(op
Θριώ: λίπος: ἑορτὴ Ἀπόλλωνος, καὶ ἡ σύντροφος αὐτοῦ , Hsch. θρόδαξ , Cypr. for θρίδαξ , Id.:— Dim. θοδράκιον , τό , Choerob. in An.Ox. 2.218 (sic cod.). Θριώ: λίπος: ἑορτὴ Ἀπόλλωνος, καὶ ἡ σύντροφος α
ἰαμβαυλεῖν : τὸ δι' αὐλοῦ παριαμβίζειν τῇ κιθάρᾳ καὶ ᾠδῇ , Hsch. (emended). ἰαμβαυλεῖν:τὸ δι' αὐλοῦ παριαμβίζειν τῇ κιθάρᾳ καὶ ᾠδῇ, Hsch. (emended).
ἱερο-υλίζω , of wine, τὸν παλαιὸν καὶ ἱερουλίζοντα dub. sens. in Alex.Trall. 10 . ἱερο-υλίζω, of wine,τὸν παλαιὸν καὶ ἱερουλίζονταdub. sens. in Alex.Trall. 10 .
ἰθίτας: ὁ βλεννὸς καὶ μωρός , Hsch. ἰθίτας: ὁ βλεννὸς καὶ μωρός, Hsch.
ἰθυ-κτέᾰνον: τὸ ἰθὺ πεφυκὸς καὶ ὀρθὸν δένδρον , Hsch. ; cf. sq. and εὐκτέανος (B). ἰθυ-κτέᾰνον: τὸ ἰθὺ πεφυκὸς καὶ ὀρθὸν δένδρον, Hsch. ; cf. sq. andεὐκτέανος(B).
ἰθών: πυγή, λαγαρός, καὶ πρωκτός , Hsch. (fort. ἴθων ). ἰθών: πυγή, λαγαρός, καὶ πρωκτός, Hsch. (fort.ἴθων).
ἴλιον: τὸ τῆς γυναικὸς ἐφήβαιον δηλοῖ, καὶ κόσμον γυναικεῖον παρὰ Κῴοις , Hsch. ἴλιον: τὸ τῆς γυναικὸς ἐφήβαιον δηλοῖ, καὶ κόσμον γυναικεῖον παρὰ Κῴοις, Hsch.
ἴννην: κόρην μικράν, καὶ τὴν ἐν τῷ ὀφθαλμῷ , Hsch. ἴννην: κόρην μικράν, καὶ τὴν ἐν τῷ ὀφθαλμῷ, Hsch.
move the hips ἰσχῐ-άζω, A. move the hips, of a rider, Procop. Goth. 4.31 ; of a woman, Id. Arc. 9 ; in walking, Suid. , Phot. II. Pass. ,καὶ ἰσχιασθέντα, of a bandage, prob. f.l. for καὶ σχισθέντα
ἰσχνεῦσαι: ὑφεῖναι, θηλάσαι , Hsch. (Cf. Ἰσχ<>αλεῦσαι .) ἰσχνίδες: ἄγκυραι, ἰσχάδες: καὶ φιλήματος εἶδος , Id. ἰσχνεῦσαι: ὑφεῖναι, θηλάσαι, Hsch. (Cf.Ἰσχ<>αλεῦσαι.)ἰσχνίδες: ἄγκυραι, ἰσχάδες: καὶ φιλή
ibo, ἰτᾰμ-ός,ή,όν, (εἶμι A. ibo, ἴτης)headlong, hasty, eager, κύνες A. Fr. 282 , Alex. 234 ; ἰ. πρόσωπον Nicol.Com. 1.28 ;bold, reckless, ἰταμὸν καὶ τολμηρὸν ἡ πονηρία D. 25.24 ; ἀναιδὴς καὶ
ἴτας: ὅρκος, καὶ ὁ ᾁδής, Hsch. ἴτας: ὅρκος, καὶ ὁ ᾁδής, Hsch.
κᾰβάλλειον , τό ,= sq., κ. καὶ ἐργάτας δεκαπέντε Rev.Arch. 1925.63 ( Callatis ): καβάλλιον , Hsch. κᾰβάλλειον,τό,= sq., A. κ. καὶ ἐργάτας δεκαπέντε Rev.Arch. 1925.63 (Callatis):καβάλλιον, Hsch.
καθαπτής , οῦ , ὁ , or καθαλμ-ή , ἡ , a kind of vase, in pl., γάστρας καὶ καθαπτάς PSI 4.420.26 (iii B.C.) . καθαπτής,οῦ,ὁ, orκαθαλμ-ή,ἡ, a kind of vase, in pl., A. γάστρας καὶ καθαπτάς PSI 4.420.2
to be held back, checked καθεκ-τός,ή,όν, (κατέχω) A. to be held back, checked, θρασὺς καὶ βδελυρὸς καὶ οὐδὲ κ. ἔτι D. 21.2 , cf. Plu. Fab. 10 , Pomp. 66 ;τῶν πραγμάτων οὐκέτι πολλοῖς ὄντων καθεκτῶν
καιλοῖα , v. κελοῖα . καὶ.μήν , v. μήν 11.2 . καιλοῖα, A. v. κελοῖα .καὶ.μήν, v. μήν 11.2 .
καινίτα: ἀδελφή , and καινίτας: ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφάς , Hsch. (For καἱνίτα, -ίτας , i. e. κασιγνήτα, -ήτας .) καινίτα: ἀδελφή, andκαινίτας: ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφάς, Hsch. (Forκαἱνίτα, -ίτας, i. e.κασιγνήτ
badness κᾰκότης,ητος,ἡ, (κακός) A. badness: I. of moral character,baseness, cowardice, Il. 2.368 , 13.108 , Od. 24.455 ;ἀτιμίη καὶ κ. Tyrt. 10.10 ; κ. καὶ δειλία Th. 5.100 ;οὐδεμιῇ κ. λειφθῆναι τῆ
καλλιβάντες: ὅμοια σμιλίοις καὶ ψαλίσιν, ἐν αἷς τὰς ὀφρῦς κοσμοῦσιν αἱ γυναῖκες , Hsch. καλλιβάντες: ὅμοια σμιλίοις καὶ ψαλίσιν, ἐν αἷς τὰς ὀφρῦς κοσμοῦσιν αἱ γυναῖκες, Hsch.