μῠδόεις , εσσα , εν , = μυδαλέος , Nic. Th. 308 (v. l.), 362 . μῠδόεις,εσσα,εν, A. = μυδαλέος , Nic. Th. 308 (v. l.), 362 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μῠδόεις , εσσα , εν , = μυδαλέος , Nic. Th. 308 (v. l.), 362 . μῠδόεις,εσσα,εν, A. = μυδαλέος , Nic. Th. 308 (v. l.), 362 .
νυκτελεῖν: ἐν νυκτὶ τελεῖν, Hsch. νυκτελεῖν: ἐν νυκτὶ τελεῖν, Hsch.
ξίφαι: τὰ ἐν ταῖς ῥυκάναις δρέπανα ἢ σιδήρια, Hsch. ξίφαι: τὰ ἐν ταῖς ῥυκάναις δρέπανα ἢ σιδήρια, Hsch.
ὁδούρ-εις: τοὺς ἐν ταῖς ὁδοῖς κακουργοῦντας, Hsch. ὁδούρ-εις: τοὺς ἐν ταῖς ὁδοῖς κακουργοῦντας, Hsch.
οἰσυπ-όεις , εσσα , εν , = οἰσυπώδης , only in acc. pl. neut. οἰσυποῦντα ib. 24 . οἰσυπ-όεις,εσσα,εν, A. = οἰσυπώδης , only in acc. pl. neut.οἰσυποῦνταib. 24 .
ὀλβ-ήεις , εσσα , εν , = ὄλβιος , Man. 4.100 . ὀλβ-ήεις,εσσα,εν, A. = ὄλβιος , Man. 4.100 .
ὀλισθ-ήεις , εσσα , εν , poet. for ὀλισθηρός, AP 9.443 (Paul. Sil.). ὀλισθ-ήεις,εσσα,εν, poet. forὀλισθηρός, AP 9.443 (Paul. Sil.).
ὀλό-εις , εσσα , εν , = ὀλοός , only in S. Tr. 521 (lyr.). ὀλό-εις,εσσα,εν, A. = ὀλοός , only in S. Tr. 521 (lyr.).
the whole, ὁμάς,άδος,ἡ, A. the whole, πάντες καθ' ὁμάδαalltogether, Gp. 10.2.3 ;ἐν ὁμάδιinone lump sum,Men.Prot. p.15 D. ; but ἐν ὁμάδι τὸ πρᾶγμα διοικούμενον comprehensively, Just. Edict. 13 Pra
ὁμήγοροι: ἰσάγοροι, ἐν ταὐτῷ συνήγοροι, Hsch. ὁμήγοροι: ἰσάγοροι, ἐν ταὐτῷ συνήγοροι, Hsch.
of dreams, ὀνείρ-ειος,α,ον, A. of dreams, ἐν ὀνειρείῃσι πύλῃσιν Od. 4.809 ; ἐν πύλαις ὀνειρείαις Babr. 30.8 .
ὀνειρ-ήεις , εσσα , εν , = foreg., Orph. H. 86.14 . ὀνειρ-ήεις,εσσα,εν,=foreg., Orph. H. 86.14 .
ὀπλίας: Λοκροὶ τοὺς τόπους ἐν οἷς συνελαύνοντες ἀριθμοῦσι τὰ πρόβατα καὶ τὰ βοσκήματα, Hsch. ὀπλίας: Λοκροὶ τοὺς τόπους ἐν οἷς συνελαύνοντες ἀριθμοῦσι τὰ πρόβατα καὶ τὰ βοσκήματα, Hsch.
ὀρέσ-της , ὁ , = ἐν ὄρεσι διαιτώμενος , Phot. : elsewh. only as pr. n. Ὀρέστης , voc. Ὀρέστα, S. El. 6 , 15 , etc. ὀρέσ-της,ὁ, A. = ἐν ὄρεσι διαιτώμενος , Phot. : elsewh. only as pr. n.Ὀρέστης, voc.
to be moored, lie at anchor, ὁρμέω, (ὅρμοςII) A. to be moored, lie at anchor,of a ship, ἐν Ἐλαιοῦντι Hdt. 7.22 ;πρὸς γῇib. 188 ; ἀκταῖσιν E. Or. 55 ; ἐν λιμένι Th. 1.52 ; opp.μετέωρος ὁ., Id.
ὄρπη: σίδηρος, ἐν ᾧ τὸν ἐλέφαντα τύπτουσιν, Hsch. (Perh. cf. ἅρπη 11.2 .) ὄρπη: σίδηρος, ἐν ᾧ τὸν ἐλέφαντα τύπτουσιν, Hsch. (Perh. cf. A. ἅρπη 11.2 .)
ὀρφν-ήεις , εσσα , εν , poet. for ὀρφνός, Q.S. 3.657 , Man. 4.57 . ὀρφν-ήεις,εσσα,εν, poet. forὀρφνός, Q.S. 3.657 , Man. 4.57 .
ὁσι-ουργῆσαι: ἀποκαρδιουργῆσαι, καὶ τὸ ἐπιλέγειν ἐν ταῖς θυσίαις, ὅταν ἀπάρχωνται τῶν θεῶν αὐτῶν, Hsch. ὁσι-ουργῆσαι: ἀποκαρδιουργῆσαι, καὶ τὸ ἐπιλέγειν ἐν ταῖς θυσίαις, ὅταν ἀπάρχωνται τῶν θεῶν αὐτῶν
ὀστρᾰκό-εις , εσσα , εν , poet. for ὀστράκινος, δόμος ὀ. AP 9.86 ( Antiphil. ); νῶτα Poet. ap. Suid. s.v. στυφελισμός : contr. ὀστρακοῦς Gal. 8.190 . ὀστρᾰκό-εις,εσσα,εν, poet. for A. ὀστράκινος, δό
grip fast ὀχμάζω, A. grip fast, E. Cyc. 484 (anap.);μέσον τινὰ ὀ. Id. Or. 265 ;τὸν λεωργὸν ὀχμάσαι . . ἐν ἀρρήκτοις πέδαις bindhimfast, A. Pr. 5 ;τίς ἐν φάραγγί ς' ὤχμασεν ;ib. 618 ;ἵππον τ' ὀχμάζει
παιδ-ικέωρ: ἐν γυμνασίῳ ὑπηρέτης , Hsch. ; cf. παιδισκιωρός . παιδ-ικέωρ: ἐν γυμνασίῳ ὑπηρέτης, Hsch. ; cf.παιδισκιωρός.
παιδό-εις , εσσα , εν , v. παιδοῦς . παιδό-εις,εσσα,εν, A. v. παιδοῦς .
bout πάλαισ-μα,ατος,τό, A. boutorfall in wrestling, παρὰ ἓν π. ἔδραμε νικᾶν Hdt. 9.33 ; ἓν μὲν τόδ' ἤδη τῶν τριῶν π. A. Eu. 589 , cf. Pl. Phdr. 256b : in pl.,feats of wrestling, Pi. O. 9.13 , P.
πάμ-πλουτος , ον , = foreg., ὄλβος S. Fr. 646.5 ; π. ἐν πλούτῳ γενέσθαι Gal. Anim.Pass. 9 . πάμ-πλουτος,ον,=foreg., A. ὄλβος S. Fr. 646.5 ; π. ἐν πλούτῳ γενέσθαι Gal. Anim.Pass. 9 .