συναρίθμ [ ιος ], [ ον ], = sq. 1 , ὀνομασία prob. in PMasp. 151.166 (vi A.D.) . συναρίθμ[ιος], [ον],=sq. 1 ,ὀνομασίαprob. in PMasp. 151.166 (vi A.D.).
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
συναρίθμ [ ιος ], [ ον ], = sq. 1 , ὀνομασία prob. in PMasp. 151.166 (vi A.D.) . συναρίθμ[ιος], [ον],=sq. 1 ,ὀνομασίαprob. in PMasp. 151.166 (vi A.D.).
σύνδορπος , ον , = σύνδειπνος , Lyc. 135 . σύνδορπος,ον, A. = σύνδειπνος , Lyc. 135 .
συνεύν-ιος , ον , = σύνευνος , Hsch. , Phot. , Suid. συνεύν-ιος,ον, A. = σύνευνος , Hsch. , Phot. , Suid.
σύνθοιν-ος , ον , = σύνδειπνος , Polem.Hist. 78 , D.S. 10.22 . σύνθοιν-ος,ον, A. = σύνδειπνος , Polem.Hist. 78 , D.S. 10.22 .
σύνθωκ-ος , ον , = σύνθακος , Jul. Or. 5.166b . Subst. σύνθωκος, ὁ , public seat , Sophr. 153 . σύνθωκ-ος,ον, A. = σύνθακος , Jul. Or. 5.166b . II. Subst. σύνθωκος,ὁ ,public seat, Sophr. 153 .
συννέφ-ελος , ον , = συννεφής , Th. 8.42 , Alciphr. 1.10 . συννέφ-ελος,ον, A. = συννεφής , Th. 8.42 , Alciphr. 1.10 .
σύννεφ-ος , ον , = συννεφής , J. AJ 18.8.6 . σύννεφ-ος,ον, A. = συννεφής , J. AJ 18.8.6 .
συνόμαιμος , ον , = sq., Pae.Delph. 3 , JRS 18.30 (Tembris, written -μημ- ), Orph. A. 1193 . συνόμαιμος,ον,=sq., Pae.Delph. 3 , JRS 18.30 (Tembris, written-μημ-), Orph. A. 1193 .
συνορ-ᾱτικός , ή , όν , = συνοπτικός , Arr. Epict. 1.6.1 , Ptol. Tetr. 10 , Asp. in EN 140.30 . συνορ-ᾱτικός,ή,όν, A. = συνοπτικός , Arr. Epict. 1.6.1 , Ptol. Tetr. 10 , Asp. in EN 140.30 .
συντηκ-τός , όν , τὰ ς., = τὰ συντήγματα (which is v.l.), Arist. Mete. 389b8 . συντηκ-τός,όν , τὰ ς., A. = τὰ συντήγματα (which is v.l.), Arist. Mete. 389b8 .
σῠοφορβ-ός , όν , later form of συφορβός , Plb. 12.4.6 , D.H. 1.84 codd., Hsch. σῠοφορβ-ός,όν, later form ofσυφορβός, Plb. 12.4.6 , D.H. 1.84 codd., Hsch.
συρράδιος , ον , = νόθος, μικτός, εἰκαῖος , Hsch. ; cf. ὑρράδιος . συρράδιος,ον, A. = νόθος, μικτός, εἰκαῖος , Hsch. ; cf.ὑρράδιος.
capable of being drawn together, closed by drawing together σύσπαστος,ον, orσυσπαστός,όν, A. capable of being drawn together, closed by drawing together, βαλλάντια Pl. Smp. 190e , Gal. 2.424 , Ath.
σύσπονδος , ον , = ὁμόσπονδος , Aeschin. 2.163 (pl., v.l.). σύσπονδος,ον, A. = ὁμόσπονδος , Aeschin. 2.163 (pl., v.l.).
σφαίρ-ειος , α , ον , = σφαιρικός , Ps.- Alex. Aphr. in Metaph. 486.28 . σφαίρ-ειος,α,ον, A. = σφαιρικός , Ps.- Alex. Aphr. in Metaph. 486.28 .
σφηκ-ικός , ή , όν , = σφηκώδης 11 , κατὰ τροχαῖον -ική , i.e. with a trochee instead of a spondee, Eust. 641.35 . σφηκ-ικός,ή,όν, A. = σφηκώδης 11 ,κατὰ τροχαῖον -ική, i.e. with a trochee instead
σφηκός , ή , όν , = σφηκώδης 1 , S. Fr. 29 . = σφήκωμα 1 , Hsch. σφηκός,ή,όν, A. = σφηκώδης 1 , S. Fr. 29 . II. = σφήκωμα 1 , Hsch.
vehement, violent, excessive σφοδρ-ός,ά,όν, alsoός,όν Pl. R. 586c :— A. vehement, violent, excessive(used by Hom. once inAdv.,v.infr.), πόνος Hp. Aph. 2.46 ;καῦμα, γυμνάσιον, Gal. 15.39 , 153 ; ἀγ
σφῡρόβολος , ὁ (or σφῦρ-ον , τό ), instrument of unknown use, IG 42(1).110.40 (Epid., iv B.C. ), 11(2).165.8 (Delos, iii B.C. ). σφῡρόβολος,ὁ(orσφῦρ-ον,τό), instrument of unknown use, IG 42(1).110.40
σχίν-ειος [ ῑ], α , ον , = σχίνινος , Theognost. Can. 55 . σχίν-ειος[ῑ],α,ον, A. = σχίνινος , Theognost. Can. 55 .
σχοινο-στρόφος , ον , = σχοινιοστρόφος 1.1 , Plu. 2.473c . σχοινο-στρόφος,ον, A. = σχοινιοστρόφος 1.1 , Plu. 2.473c .
σωμᾰ́τ-ῐνος , η , ον , = foreg., Gloss. σωμᾰ́τ-ῐνος,η,ον,=foreg.,Gloss.
σωμᾰτουργ-ικός , όν , = σωματοποιός , Procl. in Ti. 1.358 D. , al. σωμᾰτουργ-ικός,όν, A. = σωματοποιός , Procl. in Ti. 1.358 D. , al.
σωφρόσῠνος , η , ον , = σώφρων , Porph. in Cat. 135.23 . σωφρόσῠνος,η,ον, A. = σώφρων , Porph. in Cat. 135.23 .