λεώβατος: ὁδός, καὶ ἰχθῦς σελαχώδης , Hsch. ; cf. λειόβατος . λεώβατος: ὁδός, καὶ ἰχθῦς σελαχώδης, Hsch. ; cf.λειόβατος.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λεώβατος: ὁδός, καὶ ἰχθῦς σελαχώδης , Hsch. ; cf. λειόβατος . λεώβατος: ὁδός, καὶ ἰχθῦς σελαχώδης, Hsch. ; cf.λειόβατος.
ληρίας λέγουσι κύνας, τὰς κατισχνωμένας καὶ ἀποβαλούσας τρίχας. ἢ τὸν μικρὸν λαγών , Hsch. λεϊστός , ή , όν , v. ληϊστός . ληρίας λέγουσι κύνας, τὰς κατισχνωμένας καὶ ἀποβαλούσας τρίχας. ἢ τὸν μικρὸν
receiving λῆμψις (Rec. λῆψις, so in cl.), -εως, ἡ (λαμβάνω), [in LXX (λῆψ-): Pro.15:29; λ. δώρων, Pro.15:27 (מַתָּנָה); λ. καὶ δόσις, Sir.41:19 42:7 * ;] receiving: δόσις καὶ λ., Php.4:15.† (AS)
of λιμν-αῖος,α,ον, (λίμνη) A. oforfrom the marsh,ὄρνιθας χερσαίους καὶ λ.both land-fowl andwater-fowl, Hdt. 7.119 , cf. Ar. Av. 272 ; of the crocodile, ἐὸν . . τετράπουν, χερσαῖον καὶ λ. ἐστι Hdt. 2
λῐνο-τόμοι: οἱ τὰ λίνα διατέμνοντες καὶ ὑγιῆ δεικνύντες , i.e. conjurers, Hsch. λῐνο-τόμοι: οἱ τὰ λίνα διατέμνοντες καὶ ὑγιῆ δεικνύντες, i.e. conjurers, Hsch.
λίξ: πλάγιος, καὶ λίθος πλατύς , Hsch. ; also, = πνευμονία, νόσος , Id. λιολεθρίᾳ: παντελεῖ ὀλέθρῳ , Id. λιοπέτριον: λίθος λεῖος , Id. λίξ: πλάγιος, καὶ λίθος πλατύς, Hsch. ; also, A. = πνευμονία, ν
λιστρ-ῆρες: οἱ λιστρεύοντες, καὶ οἱ πρὸς ταῖς ὑποκαιομέναις χύτραις ἱστάμενοι σπινθῆρες , Hsch. λιστρ-ῆρες: οἱ λιστρεύοντες, καὶ οἱ πρὸς ταῖς ὑποκαιομέναις χύτραις ἱστάμενοι σπινθῆρες, Hsch.
λόφα: μίσχος, τὸ περίπτισμα, καὶ τὸ τῆς γῆς ἔπαρμα , Hsch. λόφα: μίσχος, τὸ περίπτισμα, καὶ τὸ τῆς γῆς ἔπαρμα, Hsch.
of λῠρ-ικός,ή,όν, A. oforfor the lyre, lyric, μοῦσα Anacreont. 2 B 2 ; τέχνη Plu. 2.13b ; τὰ κωμικὰ καὶ τραγικὰ καὶ λ. Phld. Po. 2.35 . II. asSubst. λ.,ὁ ,lyrist, AP 11.78 ( Lucill. ), Plu. N
λώλεσσαν , v. λώεσσαν . λῶλον: βρῶμα ἐκ γιγάρτων καὶ σύκων γενόμενον, παιδίοις πεφωσμένον , Hsch. λωλώ: ὅταν σῦκα μετὰ γιγάρτων φωσθῇ , Id. λώλεσσαν, A. v. λώεσσαν .λῶλον: βρῶμα ἐκ γιγάρτων καὶ σύκω
trickery μαγγᾰν-εία,ἡ, A. trickery, esp. of magical arts, Pl. Lg. 908d ;μαγγανεῖαι καὶ ἐπῳδαίib. 933a ; περίαπτα καὶ μ. Ph. 2.267 , Gal. 11.792 ; τῆς Κίρκης ἡ μ. Them. Or. 26.330b , cf. Jul. Gal.
μασχαλ-ήττει: ὑπὸ κόλπον καὶ ὑπὸ μάλην φέρει , Hsch. μασχαλ-ήττει: ὑπὸ κόλπον καὶ ὑπὸ μάλην φέρει, Hsch.
ματταβεῖ: περιβλέπει, ἀδημονεῖ ; also ματταβόμενος: μέλλων καὶ ἀποκνῶν , ματτάβης: ἀπορῶν , and μάτταβος , ον , = μωρός , Hsch. ματταβεῖ: περιβλέπει, ἀδημονεῖ; alsoματταβόμενος: μέλλων καὶ ἀποκνῶν,ματ
μελλέβιος: ἡμιθανής, καὶ μὴ συνιείς, ἢ ὁ ἐκδιδαγμένος , Hsch. μελλέβιος: ἡμιθανής, καὶ μὴ συνιείς, ἢ ὁ ἐκδιδαγμένος, Hsch.
μεσσό-ρης: ὁ μέσος ὠκεανοῦ καὶ οὐρανοῦ τόπος , Id. μεσσό-ρης: ὁ μέσος ὠκεανοῦ καὶ οὐρανοῦ τόπος, Id.
minerals μεταλλ-εῖον,τό, in pl., A. minerals, σίδηρος καὶ χαλκὸς καὶ πάντα τὰ μ. Pl. Lg. 678d .
μετεωρ-έω , = μετεωρίζομαι, ηὐξήθη καὶ μετεωρεῖν ἤρξατο Ph. 1.130 . μετεωρ-έω, A. = μετεωρίζομαι, ηὐξήθη καὶ μετεωρεῖν ἤρξατο Ph. 1.130 .
μῑκύθ-ινον: τὸ μικρὸν καὶ νήπιον , Hsch. μῑκύθ-ινον: τὸ μικρὸν καὶ νήπιον, Hsch.
μόλσον: σελίνου καυλός, καὶ ἄνθος, οἱ δὲ τὴν ὑποφυάδα , Hsch. μόλσος: ὁ δῆμος ( Aeol. ), Id.; but, = δήμιος , Hdn.Gr. 1.207 . μολτύους: τὰ κοκκύμηλα , Hsch. μόλσον: σελίνου καυλός, καὶ ἄνθος, οἱ δὲ τὴ
μοσχ-ίνδα: τὸ ἑξῆς, καὶ ἀνελλιπῶς , Id. μοσχ-ίνδα: τὸ ἑξῆς, καὶ ἀνελλιπῶς, Id.
μοσχανοσῖτος: ὁ ἀπεχόμενος: καὶ χόρτος ὁ ἤδη καρπὸν ἔχων , Hsch. μοσχανοσῖτος: ὁ ἀπεχόμενος: καὶ χόρτος ὁ ἤδη καρπὸν ἔχων, Hsch.
μούσωνες: οἱ κορυφαῖοι τῶν μαγείρων, καὶ οἱ τεχνῖται , Hsch. μούσωνες: οἱ κορυφαῖοι τῶν μαγείρων, καὶ οἱ τεχνῖται, Hsch.
μυσάλμαι: πολὺ πεινῶντες καὶ ἐσθίοντες , Hsch. μυσάλμαι: πολὺ πεινῶντες καὶ ἐσθίοντες, Hsch.
μυσικαρφί , Adv. expld. by μεμυκότως καὶ ξηρῶς , Cratin. 267 ; but perh. rather from pr. n. Μυσίκαρφος , cf. Apolloph. 8 . μυσικαρφί,Adv.expld. byμεμυκότως καὶ ξηρῶς, Cratin. 267 ; but perh. rather fr