cross σταυρός, ὁ, upright pale or stake, σταυροὺς ἐκτὸς ἔλασσε διαμπερὲς ἔνθα καὶ ἔνθα πυκνοὺς καὶ θαμέας [[ 8th c.BC: Odyssea Homerus Epicus “Odyssey” 14.11, compare 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
cross σταυρός, ὁ, upright pale or stake, σταυροὺς ἐκτὸς ἔλασσε διαμπερὲς ἔνθα καὶ ἔνθα πυκνοὺς καὶ θαμέας [[ 8th c.BC: Odyssea Homerus Epicus “Odyssey” 14.11, compare 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “
στείνων: ὡραϊστής, καὶ ἐπ' αὐτῷ ἀρέσκων , Hsch. στεινωπός , v. στενωπός . στειπτός , v. στιπτός . στείνων: ὡραϊστής, καὶ ἐπ' αὐτῷ ἀρέσκων, Hsch. στεινωπός, A. v. στενωπός .στειπτός, v. στιπτός .
στενάσαι: τινὲς πλῆξαι καὶ παῖσαι , Hsch. στεναύχην , v. στειν- . στεναχεῖλαι: δαμάζεσθαι , Id. στενάσαι: τινὲς πλῆξαι καὶ παῖσαι, Hsch. στεναύχην, A. v. στειν- .στεναχεῖλαι: δαμάζεσθαι, Id.
breast στέρνιον,τό, some kind of meat difficult to digest, perh. A. breastof an animal, or=Lat.sterilicula, Alex. Trall. 2 , al.;τῶν κρεῶν βούλβιον(= Lat.vulva) καὶ ς. καὶ πόδες . . τῶν βοῶν ἢ ῥύγχη
στόρθη: τὸ ὀξὺ τοῦ δόρατος, καὶ ἐπιδορατίς , Hsch. (cf. sq.). στόρθη: τὸ ὀξὺ τοῦ δόρατος, καὶ ἐπιδορατίς, Hsch. (cf. sq.).
στραβαλός: ὁ στρογγυλίας καὶ τετράγωνος ἄνθρωπος ( Achaean ), Hsch. στραβαλός: ὁ στρογγυλίας καὶ τετράγωνος ἄνθρωπος(Achaean), Hsch.
στρέφανον: ἀξίνη, καὶ πέλεκυς , Hsch. στρέφανον: ἀξίνη, καὶ πέλεκυς, Hsch.
στρομβ-όω , 3 sg. στρομβοῖ: συστρέφει καὶ τὰ ὅμοια , Hsch. στρομβ-όω,3 sg. στρομβοῖ: συστρέφει καὶ τὰ ὅμοια, Hsch.
σῡκοφαντ-ίας , ου , ὁ (sc. ἄνεμος ), Com. word in Ar. Eq. 437 , καικίας καὶ συκοφαντίας πνεῖ . σῡκοφαντ-ίας,ου , ὁ(sc.ἄνεμος), Com. word in Ar. Eq. 437 ,καικίας καὶ συκοφαντίας πνεῖ.
measuring by comparison συμμέτρ-ησις,εως,ἡ, A. measuring by comparison,ἡ ξ. τῶν κλιμάκων computationof their length, Th. 3.20 ; τῇ ς. καὶ συμφερόντων καὶ ἀσυμφόρων Epicur. Ep. 3p.63U. , cf. Phld. I
tie the feet together, bind hand and foot συμποδ-ίζω, A. tie the feet together, bind hand and foot,τινα Ar. Ra. 1512 ; ς. τινὰ Χεῖράς τε καὶ πόδας καὶ κεφαλήν Pl. R. 615e ; cf.συμπεδάω:— Pass. ,ἀμ
to bind hand and foot συμποδ-ίζω, tie the feet together, bind hand and foot, τινα [[ 5th-6th c.BC: Aristophanes Comicus “Ranae” 1512; σ. τινὰ Χεῖράς τε καὶ πόδας καὶ κεφαλήν 5th-6th c.BC: Plato Philo
συνανθρωπ-ίζω , = συνανθρωπεύομαι , Arist. HA 488b3 ; τὸ -ίζον καὶ οἰκουρόν Ath. 13.611c . συνανθρωπ-ίζω, A. = συνανθρωπεύομαι , Arist. HA 488b3 ; τὸ -ίζον καὶ οἰκουρόν Ath. 13.611c .
assist in preserving συνδια-σῴζω, A. assist in preserving, Th. 4.62 , 7.57 ; πόλιν SIG 529.9 (Dyme,iii B.C.); ς. τινὶ τὴν οὐσίαν D. 28.15 , cf. Epicur. Fr. 217 (Test. Epicuri);ς. καὶ τὰ ὅπλα καὶ
do along with συνδράω, A. do along withortogether, help in doing, τοῖς δρῶσι καὶ συνδρῶσιν S. El. 498 (lyr.), cf. 1025 , Th. 6.64 ; ς. τινί τι E. Andr. 40 ;ς. αἷμα καὶ φόνον help inbloodshed and
having the same temple σύννᾱος,ον, A. having the same temple, θεοῖς ς. καὶ συμβώμοις CIG 2230 (Chios), al., SIG 1126.5 (Delos,ii/i B.C.), cf. PTeb. 281.5 (ii B.C.), Plu. 2.708c : c. gen.,ς. καὶ συ
seal jointly with συσφρᾱγίζω, A. seal jointly withothers, εἰς τὸ προστῆναι τοῖς δημοσίοις θησαυροῖς καὶ συνσφραγίζειν PRyl. 90.9 , 44 (iii A.D.);συνμαρτυρῶ καὶ συσφραγιῶ(a document) BGU 86.40 (ii
plump, fresh σφρῐγ-ᾰνός,ή,όν, A. plump, fresh, Hp. ap. Tim. Lex. ;σφριγανωτέρα ὄμφακος ὠμᾶς v.l. in Theoc. 11.21 ; = ἰσχυρὸς καὶ στερεός , Sch. A.R. 3.1258 ;puffy, ὁ ὠχρὸς ς. ἐστι ταῖς σαρξὶ καὶ περ
slitting σχάσις[ᾰ],εως,ἡ , A. slittingof a tree, [τὸ κόμμι] ῥέει καὶ πληγείσης καὶ αὐτόματον ἄνευ σχάσεως(cj. forσχίσεως) Thphr. HP 4.2.8 . 2. venesection, Aret. CA 1.10 (pl.), 2.3 . 3. release, le
talk marvels τερᾰτ-εύομαι, A. talk marvels, Ar. Eq. 627 , Ra. 834 ;ἀποθαυμάζων καὶ τ. Aeschin. 1.94 ;τ. τῷ σχήματι indulge in strangegesticulation, Id. 2.49 ;ψεύδεται καὶ τ. ib. 98 , cf. 3.160 ; ἐν τ
τετραντίας: τετράγωνος καὶ ἰσχυρός , Hsch. τετραντίας: τετράγωνος καὶ ἰσχυρός, Hsch.
τεωρεῖς: δραπέται, κακοῦργοι, λῃσταί , Hsch. τέωρος: συκοφάντης καὶ τὰ ὅμοια , Id.; cf. τέναρος . τεωρεῖς: δραπέται, κακοῦργοι, λῃσταί, Hsch. τέωρος: συκοφάντης καὶ τὰ ὅμοια, Id.; cf.τέναρος.
nursing τῐθηνόκομον γένος· τοὺς Αἰθίοπας, ἐπεὶ μέλανες καὶ κομῆται (μελανὶς καὶ κομήτις codex), [[ 5th c.AD(?): Hesychius Legal icographus ] Refs 5th c.AD+]: also τιθωνόκομον· ἔθνος μέλαν μὲν τὸ ὅλον
dignity τιμι-ότης,ητος,ἡ, A. dignity, διαφέρειν τιμιότητι καὶ ἀτιμίᾳ ἀλλήλων Arist. GA 736b31 ; δυνάμει καὶ τ. ὑπερέχειν Id. EN 1178a1 . 2. costliness, Apoc. 18.19 . II. as form of address,ἡ σ