ἀνακός , ὁ , = ἄναξ , Hdn. Gr. 1.150 , 2.647 , cf. Ael.Dion. Fr. 56 . ἀνακός,ὁ, A. = ἄναξ , Hdn. Gr. 1.150 , 2.647 , cf. Ael.Dion. Fr. 56 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀνακός , ὁ , = ἄναξ , Hdn. Gr. 1.150 , 2.647 , cf. Ael.Dion. Fr. 56 . ἀνακός,ὁ, A. = ἄναξ , Hdn. Gr. 1.150 , 2.647 , cf. Ael.Dion. Fr. 56 .
ἀνακρεμ-αστήρ , ῆρος , ὁ , = κρεμαστήρ , Sor. ap. Orib. 54.31.20 . ἀνακρεμ-αστήρ,ῆρος,ὁ, A. = κρεμαστήρ , Sor. ap. Orib. 54.31.20 .
ἀνακτίτης , ου , ὁ , a precious stone, Orph. L. 194 . ἀνακτίτης,ου,ὁ, a precious stone, Orph. L. 194 .
ἀνάκτωρ , ορος , ὁ , = ἄναξ , of gods, A. Ch. 357 , E. IT 1414 : pl., Cerc. 4.36 , cf. Ptol. Tetr. 122 . ἀνάκτωρ,ορος,ὁ, A. = ἄναξ , of gods, A. Ch. 357 , E. IT 1414 : pl., Cerc. 4.36 , cf. Ptol. Te
to be analogous, ἀναλογ-έω, A. to be analogous, σπλάγχνον οὐκ ἔχει ἀναλογοῦν Arist. Fr. 334 : c. dat., Phld. Sign. 37 , Ph. 1.278 , etc.; ὁ τεχνίτης ὁ -ῶν τῷ Φειδίᾳ Gal. Nat.Fac. 2.3 : c. acc.,ἀ
ἀναμορφ-ωτής , οῦ , ὁ , Hsch. s.v. εἰδοποιός. ἀναμορφ-ωτής,οῦ,ὁ, Hsch. A. s.v. εἰδοποιός.
sailing up-stream, ἀνάπλοος, contr. ἀναπλήρ-πλους,ὁ, (ἀναπλέω) A. sailing up-stream, Hdt. 2.4 and 8 ;ὁ ἀ. ἐκ τῆς θαλάττης,of acanalfrom the sea to an inland harbour, Pl. Criti. 115d , cf. 117e . 2
ἀναπῡτ-ισμός , ὁ , Id. Aut. 4.3 (but see ἀνα-πιτύζω, -υσμός ). ἀναπῡτ-ισμός,ὁ, Id. Aut. 4.3 (but seeἀνα-πιτύζω, -υσμός).
ἀνᾱρίτης [ ῑ], ου , ὁ , = νηρείτης , Ibyc. 22 , Epich. 42 , cf. 114 , Herod. 11 ( ἀνηρ- ). ( ῑ not ει acc. to Hdn.Gr. 2.475 .) ἀνᾱρίτης[ῑ],ου,ὁ, A. = νηρείτης , Ibyc. 22 , Epich. 42 , cf. 114 , Hero
ἀναρυστῆρα: ἐν ᾧ ὁ οἶνος ἀνιμᾶται, Hsch. ἀναρυστῆρα: ἐν ᾧ ὁ οἶνος ἀνιμᾶται, Hsch.
mountain-torrent, Ἄναυρος,ὁ, river in Thessaly, Hes. Sc. 477 , etc. II. as Appellat.,ἄναυρος,ὁ, mountain-torrent, Mosch. 2.31 , Nic. Al. 235 , Lyc. 1424 , IG 14.1089 , etc. (Orig. pr. n., cf.Ἀχελῷος
ἀναφαλαντ-ίας , ον , ὁ , = foreg., Luc. Tim. 47 ,al., Cat.Cod.Astr. 8(2).58.27 , etc.:—also ἀναφαλαντ-ανθίας , Phryn. PS p.124B. (cod.). ἀναφαλαντ-ίας,ον,ὁ,=foreg., Luc. Tim. 47 ,al., Cat.Cod.Astr. 8(
ἀναχαίτ-ισμα , ατος , τό , = foreg., dub.l. in Plu. 2.611f :—also ἀναχαιτ-ισμός , ὁ , = foreg., Lyd. Mag. 2.15 , 3.52 . ἀναχαίτ-ισμα,ατος,τό,=foreg., dub.l. in Plu. 2.611f :—alsoἀναχαιτ-ισμός,ὁ,=foreg
ἄνδεργμα: ὁ ἐπὶ τῆς τραγικῆς σκηνῆς παραγόμενος παράκοτος, Hsch. ἄνδεργμα: ὁ ἐπὶ τῆς τραγικῆς σκηνῆς παραγόμενος παράκοτος, Hsch.
ἀνδίκα: ὁ βόλος ( ἀνδικλόβολος cod.), δίκη ἡ ἐξ ὑπαρχῆς δικαζομένη παρὰ Ταραντίνοις (i.e. ἀνδίκα = ἀναδίκη ), Hsch. ἀνδίκα: ὁ βόλος(ἀνδικλόβολοςcod.),δίκη ἡ ἐξ ὑπαρχῆς δικαζομένη παρὰ Ταραντίνοις(i.e.
ἀνδρ-ισμός , ὁ , = ἀνδρεία , Poll. 3.120 . ἀνδρ-ισμός,ὁ, A. = ἀνδρεία , Poll. 3.120 .
ἀνδρᾰποδο-κλόπος , ὁ , = foreg., S. Fr. 1011 . ἀνδρᾰποδο-κλόπος,ὁ,=foreg., S. Fr. 1011 .
ἀνδραφόνος , ὁ , = ἀνδροφόνος , Lex Sol. ap. Phot. p.126 R ἀνδραφόνος,ὁ, A. = ἀνδροφόνος , Lex Sol. ap. Phot. p.126 R
ἀνδρει-ών , ῶνος , ὁ , poet. for ἀνδρεών, ἀνδρών, AP 9.322 ( Leon. ). ἀνδρει-ών,ῶνος,ὁ, poet. forἀνδρεών, ἀνδρών, AP 9.322 ( Leon. ).
ἀνδριαντ-ουργός , ὁ , ̔ἔργον̓ = ἀνδριαντοποιός , Gal. 19.162 . ἀνδριαντ-ουργός,ὁ , ̔ἔργον̓ A. = ἀνδριαντοποιός , Gal. 19.162 .
ἀνδριαντο-εργάτης , ον , ὁ , = ἀνδριαντοποιός , Tz. H. 10.268 . ἀνδριαντο-εργάτης,ον,ὁ, A. = ἀνδριαντοποιός , Tz. H. 10.268 .
ἀνδρό-γαμος , ὁ , = κίναιδος , Cat.Cod.Astr. 2.175 . ἀνδρό-γαμος,ὁ, A. = κίναιδος , Cat.Cod.Astr. 2.175 .
ἀνδρο-γύνης [ῠ] , ον , ὁ , = ἀνδρόγυνος , prob. in Sch.T. Il. 13.291 . Adj. , common to men and women, λουτρὰ ἀ. baths used by both at once, AP 9.783 . ἀνδρο-γύνης [ῠ],ον,ὁ, A. = ἀνδρόγυνος , prob.
ἀνδρό-δομος , ὁ , = ἀνδρών , Eust. 1573.29 , Hsch. ἀνδρό-δομος,ὁ, A. = ἀνδρών , Eust. 1573.29 , Hsch.