σητᾰνώδης , ες ,= σητάνιος , Hp. ap. Gal. 19.137 . (Spelt σιταν- .) σητᾰνώδης,ες,=σητάνιος, Hp. ap. Gal. 19.137 . (Speltσιταν-.)
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
σητᾰνώδης , ες ,= σητάνιος , Hp. ap. Gal. 19.137 . (Spelt σιταν- .) σητᾰνώδης,ες,=σητάνιος, Hp. ap. Gal. 19.137 . (Speltσιταν-.)
σιγμᾰτοειδής , ές ,= sq., Onos. 21.6 , Zos. 3.11.3 ; ἐκκοπή Apollon. Cit. ap. Erot. s.v. ἄμβην ( v.l. σιγμο- ). Adv. -δῶς Sch. Il. 9.5 . σιγμᾰτοειδής,ές,= sq., Onos. 21.6 , Zos. 3.11.3 ; A. ἐκκοπή
σῐειδής , ές ,= θεοειδής , Alcm. 23.71 ; cf. σιός . σῐειδής,ές,=θεοειδής, Alcm. 23.71 ; cf.σιός.
σκᾰλην-ής , ές ,= σκαληνός , Arist. AP 0.74a27 , Ph. 224a5 (in both places with v.l. σκαληνόν ). σκᾰλην-ής,ές,=σκαληνός, Arist. AP 0.74a27 , Ph. 224a5 (in both places with A. v.l. σκαληνόν ).
σκᾰφώδης , ες , = σκαφοειδής, ὀστέον PLit.Lond. 167.27 . σκᾰφώδης,ες, A. = σκαφοειδής, ὀστέον PLit.Lond. 167.27 .
σκληρ-ώδης , ες , contr. for σκληροειδής , Man. 4.325 , cj. for ὀχληρώδης in Lucil. ap. Gell. 18.8 . σκληρ-ώδης,ες, contr. forσκληροειδής, Man. 4.325 , cj. forὀχληρώδηςin Lucil. ap. Gell. 18.8 .
σκοπελ-ώδης , ες ,= σκοπελοειδής νησίδιον Sch. Theoc. 13.22 . σκοπελ-ώδης,ες,=σκοπελοειδής νησίδιονSch. Theoc. 13.22 .
σκοροδο-ειδής , ές , v.l. for σκορδο- , Dsc. 3.47 . σκοροδο-ειδής,ές, A. v.l. for σκορδο- , Dsc. 3.47 .
σκοτειν-ώδης , ες ,= σκοτώδης , Hsch. s.v. νυθῶδες . σκοτειν-ώδης,ες,=σκοτώδης, Hsch. A. s.v. νυθῶδες .
σκοτεινο-ειδής , ές ,= ἀχλυόεις , Sch. Opp. H. 3.163 . σκοτεινο-ειδής,ές,=ἀχλυόεις, Sch. Opp. H. 3.163 .
solecistic σολοικοειδής,ές, A. solecistic, Serv.Dan.ad Verg. A. 10.10 , Eust. 1752.43 :—alsoσολοικ-ώδης,ες, Gal. 16.511 .
σπαραγ-μώδης , ες , f.l.for σπαραγματώδης in Plu. 2.130d , and for σπασμώδης in Hp. Epid. 7.18 . σπαραγ-μώδης,ες, A. f.l.for σπαραγματώδης in Plu. 2.130d , and forσπασμώδηςin Hp. Epid. 7.18 .
σπασ-μᾰτώδης , ες ,= σπασμώδης , Arist. Pr. 880b18 ( v.l. σπερματώδης ), Thphr. Lass. 15 . σπασ-μᾰτώδης,ες,=σπασμώδης, Arist. Pr. 880b18 ( A. v.l. σπερματώδης ), Thphr. Lass. 15 .
σπηλαιοειδής , ές , = σπηλαιώδης , Eust. 892.33 . σπηλαιοειδής,ές, A. = σπηλαιώδης , Eust. 892.33 .
σπῐνός , ή , όν ,= ἰσχνός , Procl. Par.Ptol. 202 ; also σπῐνώδης , ες , Ptol. Tetr. 143 . σπῐνός,ή,όν,=ἰσχνός, Procl. Par.Ptol. 202 ; alsoσπῐνώδης,ες, Ptol. Tetr. 143 .
σπλην-ώδης , ες ,= σπληνικός , Hp. Aph. 6.43 , Herod.Med. ap. Orib. 10.8.9 . σπλην-ώδης,ες,=σπληνικός, Hp. Aph. 6.43 , Herod.Med. ap. Orib. 10.8.9 .
σπογγώδης , ες ,= σπογγοειδής , Hp. Gland. 1 , Arist. Pr. 875b22 , Dsc. 5.118 . σπογγώδης,ες,=σπογγοειδής, Hp. Gland. 1 , Arist. Pr. 875b22 , Dsc. 5.118 .
σποδ-ιώδης , ες ,= sq., Erot. s.v. τροφιωδέων . σποδ-ιώδης,ες,= sq., Erot. A. s.v. τροφιωδέων .
σποδώδης , ες ,= σποδοειδής , App. BC 5.114 ; of taste, τὸ ς . Gal. 14.293 . σποδώδης,ες,=σποδοειδής, App. BC 5.114 ; of taste,τὸ ς. Gal. 14.293 .
στεναγ-μώδης , ες ,= στεναγματώδης, ἀναπνοή Paul.Aeg. 3.20 . στεναγ-μώδης,ες,= A. στεναγματώδης, ἀναπνοή Paul.Aeg. 3.20 .
στενο-βρῑθής , ές , v. στερνοβριθής . στενο-βρῑθής,ές, A. v. στερνοβριθής .
στενοχωρ-ής , ές ,= στενόχωρος , Arist. GA 755a27 . στενοχωρ-ής,ές,=στενόχωρος, Arist. GA 755a27 .
στερεο-βαρής , ές , v. στερροβ- . στερεο-βαρής,ές, A. v. στερροβ- .
στερνο-σχῐδής , ές , dub. sens. in PCair.Zen. 534.36 (iii A.D.) . στερνο-σχῐδής,ές, dub. sens. in PCair.Zen. 534.36 (iii A.D.).