Heth
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
Heth
δανές: ἀληθὲς ἢ δῶρον ἢ μερίδα ἢ ἰσχύν, γέρας ἢ δάνειον, Hsch. δανήλοφα , = μακροτράχηλα or ὑψηλοτράχηλα, Id. (i.e. ταν- ). δανές: ἀληθὲς ἢ δῶρον ἢ μερίδα ἢ ἰσχύν, γέρας ἢ δάνειον, Hsch. δανήλοφα,
ἐνδομαρία: ἡ κτῆσις, ἢ παροικία ( κτίσις ἢ παροιμία cod.), Hsch. ἐνδομαρία: ἡ κτῆσις, ἢ παροικία(κτίσις ἢ παροιμίαcod.), Hsch.
κἀκ , crasis for καὶ ἐκ . κάκα: κακία ἢ ὄρνεον , Hsch. κακάβη , ἡ , κάκαβος , ἡ , κακάβιον , τό , v. κακκ- . κἀκ, crasis forκαὶ ἐκ.κάκα: κακία ἢ ὄρνεον, Hsch. κακάβη,ἡ,κάκαβος,ἡ,κακάβιον,τό, A. v.
κηροπλαστ-ικός , ή , όν , ἡ -κή (sc. τέχνη ) Poll. 7.165 ; ἡ ὕλη [ἐστὶν ἄμορφος] πρὸς -κήν Ocell. 2.3 . κηροπλαστ-ικός,ή,όν , ἡ -κή(sc.τέχνη) Poll. 7.165 ; A. ἡ ὕλη [ἐστὶν ἄμορφος] πρὸς -κήν Ocell.
of the heroes ἡρω-ικός,ή,όν, A. of the heroes,κατὰ τοὺς ἡ. χρόνους(cf. ἥρως 1.1 ) Arist. Pol. 1285b4 ; ἡ χλαῖνα ἡ. φόρημα Ammon. Diff. p.140V. 2. oforfor a hero, heroic, φῦλον Pl. Cra. 398e ;ἡ.
quiet ἥσῠχ-ος, Dor. ἅσ-(v. fin.),ον, A. quiet, ἥ. ἀνστρέφεται Hes. Th. 763 ; ἥσυχοι ἔργ' ἐνέμοντο Id. Op. 119 ;ἥ . . . ὁδὸν ἔρχεοgo thy wayin peace, Thgn. 331 ; ἥ. καθεύδειν Anacr. 88 ;ἥ. θακε
already, by this time ἤδη,Adv.: 1. already, by this time,νὺξ ἤ. τελέθει'tisalreadynight, Il. 7.282 ;ἤ. Τρώεσσιν ὀλέθρου πείρατ' ἐφῆπταιib. 402 : with numerals, ἤ. γὰρ τρίτον ἔτος Od. 2.89 ; τρίτην
showing forth: ἀνά-δειξις,εως,ἡ, A. showing forth:esp.public proclamationorappointmentto an office, ἡ τῶν ὑπάτων ἀ. Plu. Mar. 8 ; τῶν συναρχόντων ἡ ἀναγόρευσις καὶ ἀ. CG 12 : abs., ἡ ἀ. the elect
βορεινός , ή , όν , = βόρειος , A.D. Synt. 94.15 , CPHerm. 28.13 (iii A. D.) : —also βορινός , ή , όν , POxy. 498.8 (ii A. D.) : βορρινός , ή , όν , ib. 243.21 (i A. D.) , etc. βορεινός,ή,όν, A. = β
inquiry ἱστορ-ία, Ion. -ιη, ἡ, A. inquiry, ἱστορίῃσι εἰδέναι τι παρά τινος Hdt. 2.118 , cf. 119 ; ἡ περὶ φύσεως ἱ. Pl. Phd. 96a ; αἱ περὶ τῶν ζῴων ἱ. Arist. Resp. 477a7 ,al.; ἡ ἱ. ἡ περὶ τὰ ζῷ
κεῖνος , η , ο , Ion. and poet. for ἐκεῖνος . Adv. κείνως . κεινός , ή , όν , Ion. and poet. for κενός . κεινόω , v. κενόω . Κεῖος , v. Κέως . κεῖρα: γενεά, ἢ ἡλικία , Hsch. κεῖνος,η , ο, Ion. and poe
παυνί : μικρόν, οἱ δὲ μέγα ἢ ἀγαθόν , Hsch. παῦνις : ἀπόχρεως , Id. παῦνον: μέγα , Id. παυράκις: ὀλιγάκις ἢ οὐδὲν ὅλως , Id. παυρακίς , = ἡ πέμπτη (Samothrac.), Id. παυνί:μικρόν, οἱ δὲ μέγα ἢ ἀγαθόν,
afternoon δείλη, ἡ, afternoon (δ. ἡμέρας τελευτή [[ 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Definitiones” 411b), ἔσσεται ἢ ἠὼς ἢ δείλη ἢ μέσον ἦμαρ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 21.111 ] Refs 8th
custom, usage, δίκη[ῐ],ἡ, A. custom, usage, αὕτη δ. ἐστὶ βροτῶνthis is thewayof mortals, Od. 11.218 ; ἡ γὰρ δ. ἐστὶ γερόντων 24.255 , etc.; ἥ τ' ἐστὶ δ. θείων βασιλήων 4.691 ; ἡ γὰρ δμώων δ. ἐστί
experience ἐμπειρ-ία,ἡ, A. experience, E. Ph. 529 , Th. 4.10 ; opp.ἀνεπιστημοσύνη, Id. 5.7 ;ἡ ἐκ πολλοῦ ἐ., opp.ἡ δι' ὀλίγου μελέτη, Id. 2.85 ;ἡ μὴ 'μπειρίαwant ofexperience, Ar. Ec. 115 ; δι' ἐμπειρ
denunciation, information laid, φάσις(A) [ᾰ],εως, ἡ: (φαίνω):— A. denunciation, information laid, γραφαὶ ἢ φάσεις ἢ ἐνδείξεις ἢ ἀπαγωγαί And. 1.88 , cf. Lys. Fr. 209 S. , Din. Fr. 89.36 , D. 25.7
day ἡμέρα, -ας, ἡ, [in LXX chiefly (very freq.) for יוֹם ;] day; __1. as distinct from night: genitive ἡμέρας, by day (WM, §30, 11), Rev.21:25; ἡ. κ. νυκτός (ν. κ. ̔ἡ.), Act.9:24, 1Th.2:9, 2Th.3:8,
moral ἠθῐκ-ός,ή,όν, ( A. ἦθος 11 )moral, opp.διανοητικός, Arist. EN 1103a5 , al.;τὰ ἠθικά a treatise on morals, Id. Pol. 1295a36 , cf. Democr. 4a ; οἱ ἠ. λόγοι Phld. Herc. 1251.13 ;τὸ ἠ. φιλοσοφ
ἄβρυστος: ἢ ἄβροστος ἢ ὁ βιβρωσκόμενος, Hsch. ἀβρυτός , = βρύσσος , Id. ἄβρυστος: ἢ ἄβροστος ἢ ὁ βιβρωσκόμενος, Hsch. ἀβρυτός, A. = βρύσσος , Id.
ἀγκοτύλη , ἡ , a game, Hsch. ἀγκταλιάζει: ἄγχει, Hsch. ἄγκτειρα , ἡ , fem. of sq., ποιναί Orac.Chald. 265 . ἀγκοτύλη,ἡ, a game, Hsch. ἀγκταλιάζει: ἄγχει, Hsch. ἄγκτειρα,ἡ, fem. of sq., A. ποιναί
ἀερῖτις , ἡ , = ἀναγαλλὶς ἡ κυανῆ , Ps - Dsc. 2.178 . ἀερῖτις,ἡ, A. = ἀναγαλλὶς ἡ κυανῆ , Ps - Dsc. 2.178 .
ἀί̈ττεσθαι: δικάζειν ἢ δικάζεσθαι , Hsch. (Fort. ἄττεσθαι: διάζειν ἢ διάζεσθαι .) ἀί̈ττεσθαι: δικάζειν ἢ δικάζεσθαι, Hsch. (Fort.ἄττεσθαι: διάζειν ἢ διάζεσθαι.)
ἀκρο-μύλη: ἢ γουνὶς μύλων ἢ μύλος αὐτός , Hsch. ἀκρο-μύλη: ἢ γουνὶς μύλων ἢ μύλος αὐτός, Hsch.