Σαουάζου IGRom. 4.889 (ibid.); Σαβάδιος , Gloss. Adj. Σᾰβάζιος, α , ον , Bacchic , θύσθλα cj. in Opp. C. 1.26 ; τὰ Σαβάζια Str. 10.3.18 . Σαουάζου IGRom. 4.889 (ibid.);Σαβάδιος,Gloss. II. Adj. Σᾰβάζ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
Σαουάζου IGRom. 4.889 (ibid.); Σαβάδιος , Gloss. Adj. Σᾰβάζιος, α , ον , Bacchic , θύσθλα cj. in Opp. C. 1.26 ; τὰ Σαβάζια Str. 10.3.18 . Σαουάζου IGRom. 4.889 (ibid.);Σαβάδιος,Gloss. II. Adj. Σᾰβάζ
Seric, silken σηρῐκός,ή,όν, (Σήρ) A. Seric, silken, ἐσθής Luc. Salt. 63 ;παραπετάσματα, σκευή, D.C. 43.24 , 59.26 ; νῆμα Gal. 10.942 (pl.), Hld. 2.31 ; τὰ ς. τῶν ὑφασμάτων Plu. 2.396b ; written
σιβαία: ἡ σίββα, πήρα , Hsch. σίβδη , ἡ , Dor. σῐάντ-δᾱ , v. σίδη . σιβδία: σιδία , Id. σίβληθρα: πόπανα τὰ περικεκνισμένα , Id. σιβαία: ἡ σίββα, πήρα, Hsch. σίβδη,ἡ, Dor. σῐάντ-δᾱ, A. v. σίδη .σι
Σιβύλλ-ειος , ον , Sibylline , Σ. βίβλοι , at Rome, Plu. Fab. 4 ; τὰ Σ . D.H. 6.17 , Plu. Marc. 3 , etc.; also Σιβυλλ-ιακός , ή , όν , D.S. 34 / 5.10 . Σιβύλλ-ειος,ον,Sibylline,Σ. βίβλοι, at Rome, Plu
of corn σῑτ-ηρός,ά,όν, A. of corn,τὰ ς. γεύματαfoodmade from corn, Hp. Acut. 10 ;ς. μέτρα cornmeasures, Arist. EN 1135a2 ;μέδιμνος ς. IG 22.1013.27 ;σιτηρά,ἡ ,tax on corn, ib. 1707.6 , BGU 1742.16 ,
σῑτηγός , όν , ̔ἄγὠ = σιταγωγός, ς. πλοῖα D. 50.20 , D.S. 20.5 ; ς. τι (sc. πλοῖον ) PCair.Zen. 31.2 (iii B.C.) ; τὰ ς . (sc. πλοῖα ) Plu. Galb. 13 . σῑτηγός,όν , ̔ἄγὠ A. = σιταγωγός, ς. πλοῖα D. 5
σιττύβαι: δερμάτιναι στολαί: τὰ μικρὰ ἱμαντάρια , Hsch. : cf. σίττυβα χιτὼν ἐκ δέρματος Poll. 7.70 ; σίττυβα: δερμάτια , Phot. ; σίττυβον τὸ μικρὸν δέρμα Hdn.Gr. 1.378 : cf. σίλλυβος . σιττύβαι: δερμά
carrying σκευόφορ-ος(parox.),ον, A. carrying σκεύη, ς. κάμηλοι baggage-camels, Hdt. 1.80 ; ὑποζύγια X. HG 4.1.24 ; ὄνος Poll. 1.139 ;τὰ ς. (sc.κτήνη)pack-animals, Th. 2.79 , X. Cyr. 5.4.45 , An.
dark σκοτειν-ός,ή,όν, (σκότος) A. dark,νυκτὸς ἅρμ' ἐπείγεται ς. A. Ch. 661 ;ς. τῶν ἐνερτέρων βέλοςib. 285 ;ς. περιβολαί, of a scabbard, E. Ph. 276 ; [ὁδοί] X. Cyn. 6.5 ; τὰ ς. θεάσασθαι Pl. R. 520c
to be rare, scarce σπᾰν-ίζω, of things, A. to be rare, scarce, [καλὰ ἔργα] Βασσίδαισιν οὐ ς. Pi. N. 6.31 ; τοὐλαίου σπανίζοντος Ar. V. 252 ; τὰ παρ' ἀμφοτέροις σπανίζοντα D.S. 2.54 , etc.; of boo
be depleted σπᾰν-ίζω, of things, to be rare, scarce, [καλὰ ἔργα] Βασσίδαισιν οὐ σ. [[ 5th c.BC: Pindarus Lyricus “N.” 6.31; τοὐλαίου σπανίζοντος 5th-6th c.BC: Aristophanes Comicus “Vespae” 252; τὰ πα
piece torn off, shred, fragment σπάραγ-μα,ατος,τό, A. piece torn off, shred, fragment,ὅσων σπαράγματαall whosemangled corpses, S. Ant. 1081 ; σπάραγμα κόμας E. Andr. 826 (lyr.);γίνεται τὰ μὲν ἀπὸ σ
σπόρθυγγες: αἱ συνεστραμμέναι μετὰ ῥύπου τρίχες , Hsch. σπορθύγγια: τρίβολα, τὰ διαχωρήματα τῶν αἰγῶν, ἅ τινες σπυράδας καλοῦσιν , Id. σπόρθυγγες: αἱ συνεστραμμέναι μετὰ ῥύπου τρίχες, Hsch. σπορθύγγι
cover στεγ-άζω, A. = στέγω ,cover, ἀσπίδες στεγάζουσι τὰ σώματα X. Cyr. 7.1.33 ;τὸ στεγάζον, of the bodywhich coversthe soul, Epicur. Ep. 1p.21U. , cf. pp.8,20 U. ( Pass. );roofa building, IG 22.1
to roof στεγ-άζω, ={στέγω}, cover, ἀσπίδες στεγάζουσι τὰ σώματα [[ 5th-6th c.BC: Xenophon Historicus “Institutio Cyri (Cyropaedia)” 7.1.33 ] Refs 5th c.BC+]; τὸ στεγάζον, of the body which covers the
hard, fast, firm στερέμνι-ος,α,ον, alsoος,ον Aret. SD 2.10 :— A. = στερεός ,hard, fast, firm, οὐρανός Placit. 2.11.2 ; φύσις Pl. Epin. 981d ; ὠτειλαί Aret. l.c.; σιτίον Ath. 1.10c ;τὰ ς.sol
στρίφος , η , ον , dub. sens., of ἀστράγαλοι , Suid. s.v. λίσπη ( στρυφνούς Sch. Ar. Ra. 848 ). τὰ στρίφη dub. sens. in Sammelb. 6264.23 . στρίφος,η,ον, dub. sens., ofἀστράγαλοι, Suid. A. s.v. λίσπη
like a στρομβοειδής,ές, andστρομβ-ώδης,ες, A. like a στρόμβος 3 :τὰ στρομβώδη spiral shells and the creatures in them, snails, etc., freq. in Arist. , as HA 528b8 , PA 684b34 , al., also Xenocr. a
συβροί: ἰσχνοί, λαγαροί, τάφροι (i.e. ταῦροι ?), Hsch. : also σύβρα: ἐπὶ βοῶν, σημαίνει δὲ τὰ πρὸς ῥυπαρόν τι ἐχούσας , Id.: σύ[μ]βρος: κάπρος , Id. συβροί: ἰσχνοί, λαγαροί, τάφροι(i.e.ταῦροι?), Hsch.
appertain συγκύρω [ῡ], A. appertain,τὸ ἱερὸν καὶ τὰ -κύροντα appurtenances, OGI 52.1 (Ptolemais,iii B.C.), cf. PCair.Zen. 460 (iii B.C.), POxy. 247.29 (i A.D.); τῇ σιτηρᾷ ἀπομοίρᾳ OGI 55.20 (Telm
of the same stock σύμφῡλ-ος,ον, A. of the same stockorrace with, αἱ μέλιτται καὶ τὰ ς. ζῷα ταύταις Arist. PA 682b10 ;οἱ σύμφυλοι his congeners, Babr. 101.3 . II. metaph.,of the same class with,βρο
clog up συναλ-είφω, A. clog up, γῆ ὑγρὰ . . , ἐὰν ξηρανθῇ, ς. τὸ σπέρμα Thphr. CP 3.23.1 :— Pass. ,τὰ μὲν ἄνω [τῆς γῆς] συναληλίφθαι διὰ τοὺς ὄμβρους have been clogged up, turned into impermeable c
both together συναμφότεροι,αι , α, A. both together, Thgn. 820 , Hdt. 1.147 , 3.97 , al., SIG 56.5 (Argos,v B.C.);τὰ ς. Pl. Phlb. 46c , etc. 2. sg. in collectivetive sense,ὁ ς. [βίος] ib. 22a ;τὸ ς.
assimilate, make similar συνεξομοι-όω, A. assimilate, make similar, τί τινι Plu. 2.1054b ;τὰ ἤθηib. 97a ; ἑαυτῇ τὸ σπέρμα Gal. UP 14.7 ;suit, accommodate, τὸ . . σχῆμα τοῖς λόγοις Herm. in Phdr.