ἐπικῑ́ν-ησις , εως , ἡ , = foreg., τοῦ ἡλίου Simp. in Ph. 701.29 . ἐπικῑ́ν-ησις,εως,ἡ,=foreg., A. τοῦ ἡλίου Simp. in Ph. 701.29 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐπικῑ́ν-ησις , εως , ἡ , = foreg., τοῦ ἡλίου Simp. in Ph. 701.29 . ἐπικῑ́ν-ησις,εως,ἡ,=foreg., A. τοῦ ἡλίου Simp. in Ph. 701.29 .
ἐπιμηνϋτής , οῦ , ὁ , = μηνυτής, τοῦ ἔργου Arr. An. 3.26.2 . ἐπιμηνϋτής,οῦ,ὁ, A. = μηνυτής, τοῦ ἔργου Arr. An. 3.26.2 .
ἐπίξυλον: τὸ ἐπὶ παραστροφίδα τοῦ ὑφαινομένου ἱματίου , Hsch. ἐπίξυλον: τὸ ἐπὶ παραστροφίδα τοῦ ὑφαινομένου ἱματίου, Hsch.
breathed upon ἐπίπνοος,ον, contr. ἐπί-πνους,ουν, A. breathed upon, Poll. 5.110 . 2. .inspired, παρά τινος Pl. Cra. 428c ; ἐ. καὶ κατεχομένους ἐκ τοῦ θεοῦ Id. Men. 99d ; ἐ. ἐκ τούτου τοῦ ἔρωτος
ἐπόγκιαι: αἱ τοῦ πλοίου παραθῆκαι, Hsch. ἐπόγκιαι: αἱ τοῦ πλοίου παραθῆκαι, Hsch.
yoking ζεῦξις,εως,ἡ, (ζεύγνυμι) A. yokingormanner of yokingoxen, ζεύξι τοιαύτῃ χρεώμενοι Hdt. 3.104 . II. bridging, τοῦ Βοσπόρου Id. 4.88 ; τοῦ Ἑλλησπόντου Id. 7.35 .
ζωγορίτης: ὁ ὀπὸς τοῦ ὀποβαλσάμου , Hsch. ζωγορίτης: ὁ ὀπὸς τοῦ ὀποβαλσάμου, Hsch.
θαυμᾰτουργ-ία , ἡ , = θαυματοποιία , Pl. Lg. 670a , Iamb. Myst. 3.29 ; τοῦ θεοῦ Just. Nou. 40.1.1 (pl.). θαυμᾰτουργ-ία,ἡ, A. = θαυματοποιία , Pl. Lg. 670a , Iamb. Myst. 3.29 ; τοῦ θεοῦ Just. Nou. 4
incense θυμίαμα, -τος, τό (θυμιάω), [in LXX chiefly for קְטֹרֶת ;] fragrant stuff for burning, incense: ἡ ὥρα τοῦ θ., Luk.1:10; θυσιαστήριον τοῦ θ. (Exo.30:27, al.), Luk.1:11; pl., Rev.5:8 8:3-4 18:
ἵανα ( ἴαννα cod.) : τὰ βαλλόμενα, ἀπὸ τοῦ ἱέναι , Hsch. ἵανα(ἴανναcod.): τὰ βαλλόμενα, ἀπὸ τοῦ ἱέναι, Hsch.
ἰθύρ: τὸ σιδήριον τοῦ ἄξονος τὸ τριβόμενον , Hsch. ἰθύρ: τὸ σιδήριον τοῦ ἄξονος τὸ τριβόμενον, Hsch.
ἰπνο-κήιον: φρύγιον, οἱ δὲ τὴν ὑπόκαυσιν τοῦ ἰπνοῦ , Hsch. ἰπνο-κήιον: φρύγιον, οἱ δὲ τὴν ὑπόκαυσιν τοῦ ἰπνοῦ, Hsch.
in equipoise ἰσόρροπ-ος,ον, (ῥοπή) A. in equipoise, of the balance, Pl. Phd. 109a , Plt. 270a ( Sup. ), etc.; τάλαντα βρίσας οὐκ ἰσορρόπῳ τύχῃ A. Pers. 346 ;ἰσορρόπου τοῦ πήχεως(sc.τοῦ ζυγοῦ) γινομ
leap down καθάλλομαι,fut. -ᾰλοῦμαι:aor. part. -αλόμενοςor-αλάμενος(both readings in X. HG 4.5.7 ):— A. leap down,ἀπὸ τοῦ ἵππου, ἀπ' ὄχθων, Id. l.c., Eq. 3.7 ; ἐντὸς τοῦ τείχους Luc. DMort. 14.5 : a
ill-treatment κάκ-ωσις [ᾰ],εως,ἡ, (κᾰκόω) A. ill-treatment, τοῦ ἡγεμόνος X. An. 4.6.3 , cf. Stud.Pal. 1.8.10 (V A.D. );oppression, τοῦ λαοῦ LXX Ex. 3.7 . 2. esp. in Law,ill-usage, of persons by
division καταδιαίρ-εσις,εως,ἡ, A. division, τοῦ κανόνος Phld. Mus. p.100 K.; τοῦ κλήρου PTeb. 376.27 (ii A.D.).
κατακούρην: τοῦ ξυροῦ τὴν τομήν , Gal. 19.109 . κατακούρην: τοῦ ξυροῦ τὴν τομήν, Gal. 19.109 .
καταμώσας: καθεὶς ἕνεκα τοῦ ζητῆσαι, κτλ ., dub. l. in Gal. 19.109 . καταμώσας: καθεὶς ἕνεκα τοῦ ζητῆσαι, κτλ., dub. l. in Gal. 19.109 .
leap down καταπηδάω, A. leap down, ἀπὸ τοῦ ἵππου X. Cyr. 7.1.38 , cf. LXX Ge. 24.64 , BGU 1201.12 (i A. D.), Plu. Caes. 49 ; ἐκ τοῦ ἵππου Charito 5.3 ; ἀφ' ὑψηλῶν Aen.Tact. 22.19 .
entwining, interlacing καταπλοκή,ἡ, A. entwining, interlacing, τοῦ νεύρου καὶ τοῦ δέρματος Pl. Ti. 76d ;complication, τῶν πραγμάτων Artem. 2.5 . II. in Music,descending progression, opp.ἀναπλοκή
κατεμπείρω , = κατεπείρω, τὴν τοῦ ἐμβρυουλκοῦ καμπήν Philum. ap. Aët. 16.23 (s.v.l.). κατεμπείρω, A. = κατεπείρω, τὴν τοῦ ἐμβρυουλκοῦ καμπήν Philum. ap. Aët. 16.23 (s.v.l.).
κελευσ-κή (sc. τέχνη ), Pl. Plt. 260e ; τοῦ ψόγου τὸ κ. Plu. 2.72d (s.v.l.). κελευσ-κή(sc.τέχνη), Pl. Plt. 260e ; A. τοῦ ψόγου τὸ κ. Plu. 2.72d (s.v.l.).
κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι , Hsch. κίναρχος: ἄψυχος , Id. κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι, Hsch. κίναρχος: ἄψυχος, Id.
κλείπους: κόσμος τις τοῦ καλουμένου γείσους , Hsch. κλεῖρος: κλειδίον , Id. κλείπους: κόσμος τις τοῦ καλουμένου γείσους, Hsch. κλεῖρος: κλειδίον, Id.