ποιμάνωρ [ᾱ] , ορος , ὁ , = ποιμήν 11 , A. Pers. 241 (troch.). (From ποιμαίνω and ἀνήρ. ) ποιμάνωρ [ᾱ],ορος,ὁ, A. = ποιμήν 11 , A. Pers. 241 (troch.). (Fromποιμαίνωandἀνήρ.)
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ποιμάνωρ [ᾱ] , ορος , ὁ , = ποιμήν 11 , A. Pers. 241 (troch.). (From ποιμαίνω and ἀνήρ. ) ποιμάνωρ [ᾱ],ορος,ὁ, A. = ποιμήν 11 , A. Pers. 241 (troch.). (Fromποιμαίνωandἀνήρ.)
ποιμέν-ιος , α , ον , rare synonym of ποιμενικός, κάματοι, δόναξ, AP 6.73 ( Maced. ), APl. 4.226 ( Alc. ). ποιμέν-ιος,α,ον, rare synonym ofποιμενικός, κάματοι, δόναξ, AP 6.73 ( Maced. ), APl. 4.226 (
ποιο-φάγος [ᾰ] , ον , = ποιηφάγος , Opp. C. 2.613 . ποιο-φάγος [ᾰ],ον, A. = ποιηφάγος , Opp. C. 2.613 .
ποίστᾰσις , ιος , ἁ, ( ποι- = προσ- ) prob. in IG 42(1).102.41 (Epid., iv B.C. ). ποίστᾰσις,ιος , ἁ,(ποι- A. = προσ- ) prob. in IG 42(1).102.41 (Epid.,iv B.C.).
πόκα , ποκά [ᾰ ], Dor. for πότε, ποτέ (qq.v.). πόκα,ποκά [ᾰ], Dor. forπότε, ποτέ(qq.v.).
πολιάτ-ας [ᾱτ] , α , ὁ , Aeol. and Dor. for πολιήτης, opp. ξένος, Alc. Supp. 14.6 , Id. Oxy. 1233 Fr. 22.3 , Pi. I. 1.51 , Leg.Gort. 10.35 , lsyll. 21 . πολιάτ-ας [ᾱτ],α,ὁ, Aeol. and Dor. forπολιήτης,
πολῐορκ-ητήριος , α , ον , = πολιορκητικός, μηχαναί Onos. 42.3 . πολῐορκ-ητήριος,α,ον, A. = πολιορκητικός, μηχαναί Onos. 42.3 .
many πολλαπλᾰ́σι-ος,α , ον(ος,ον Alcid. Soph. 28 ), Ion. πολλαπλᾰσι-πλήσιος,η,ον, (πολύς) A. many(ora number of) times as manyoras large, Hdt. 3.135 , 8.140 . α'; π. πρὸς πολλοστημόριον Arist. Me
πολῠ-άχητος [ᾱ] , ον , Dor. for πολυήχητος. πολῠ-άχητος [ᾱ],ον, Dor. forπολυήχητος.
πολῠ-βάδιστος [ᾰ] , ον , = πολύβατος , Sch. Opp. H. 3.502 . πολῠ-βάδιστος [ᾰ],ον, A. = πολύβατος , Sch. Opp. H. 3.502 .
πολύ-ενος , ον , ( ἔνος Α ) = πολυετής , Suid. πολύ-ενος,ον, (ἔνος Α) A. = πολυετής , Suid.
πολυ-θάητος [ᾱ] , ον , poet. for πολυθέατος, τέμενος Epigr. ap. Paus. 6.3.14 . πολυ-θάητος [ᾱ],ον, poet. forπολυθέατος, τέμενοςEpigr. ap. Paus. 6.3.14 .
πολυ-ϊδρίδας , α , ὁ , = sq., S. Inach. in PTeb. 692 ii 1 . πολυ-ϊδρίδας,α,ὁ,=sq., S. Inach. in PTeb. 692 ii 1 .
πολυ-λάλητος [ᾰ] , ον , gloss on ἀθυρόστομος , Sch. S. Ph. 188 . often repeated, of a common epithet, Eust. 861.33 . πολυ-λάλητος [ᾰ],ον, A. gloss on ἀθυρόστομος , Sch. S. Ph. 188 . II. often repea
πολυ-λῐτάνευτος [ᾰ] , ον , gloss on πολύλλιστος , Sch. Od. 5.445 , etc. πολυ-λῐτάνευτος [ᾰ],ον, A. gloss on πολύλλιστος , Sch. Od. 5.445 , etc.
πολυ-μάθεια [ᾰ] , ἡ , = πολυμαθία (q.v.), Arist. Fr. 62 , Str. 1.1.1 , Ph. 1.652 , Luc. Salt. 37 : as pr. n. of a Muse at Sicyon, Plu. 2.746e . πολυ-μάθεια [ᾰ],ἡ, A. = πολυμαθία (q.v.), Arist. Fr. 6
of Polycrates, Πολυκράτειος [ᾰ],α,ον, A. of Polycrates, ἔργα Arist. Pol. 1313b24 .
πολυπλᾰ́σι-ος , α , ον , = πολλαπλ- , AP 6.152 ( Agis ), LXX 2 Ma. 9.16 , Alex.Aphr. de An. 123.33 , Them. Or. 6.74c . πολυπλᾰ́σι-ος,α,ον, A. = πολλαπλ- , AP 6.152 (Agis), LXX 2 Ma. 9.16 , Alex.Aphr
ποντο-πλάνος [ᾰ] , ον , ( πλάνη ) = foreg., δελφῖνες, νῆες, ib. 24.8 , 75.6 . ποντο-πλάνος [ᾰ],ον, (πλάνη)=foreg.,δελφῖνες, νῆες,ib. 24.8 , 75.6 .
πορφύρ-ιος , α , ον , Aeol. for πορφύρεος (q.v.). πορφύρ-ιος,α,ον, Aeol. forπορφύρεος(q.v.).
purple πορφύρεος, -α, -ον contr., -οῦς, -ᾶ, -οῦν (ποπφύρα), [in LXX for אַרְגָּמָן ;] purple: Jhn.19:2, 5; as subst., πορφυροῦν (sc. ἱμάτιον), Rev.17:4 18:6.† (AS)
πορφῠροῦς , ᾶ , οῦν , Att. contr. for πορφύρεος. πορφῠροῦς,ᾶ,οῦν, Att. contr. forπορφύρεος.
sacred to Poseidon, Ποσειδώνιος,α,ον, A. sacred to Poseidon, v.l. in E. Ph. 188 (lyr.):— alsoΠοσειδᾱώνιος, AP 6.4 ( Leon. ); Dor. Ποσειδάνιος [ᾱ] Pi. O. 5.21 , 10(11).26 , B. Fr. 6 , S. OC 1494 (ly
ποτᾰμ-ιαῖος , α , ον , = ποτάμιος (which is v. l. in Arist. ), Arist. Mete. 353b28 , Ruf. Fr. 66 . ποτᾰμ-ιαῖος,α,ον, A. = ποτάμιος (which isv.l. in Arist. ), Arist. Mete. 353b28 , Ruf. Fr. 66 .