ἐχῐόδηκτος , ον , = ἐχιδνόδηκτος , Dsc. 1.13 ,al., Gp. 12.30.1 ; v.l. for ἐχεό -, Str. 13.1.14 . ἐχῐόδηκτος,ον, A. = ἐχιδνόδηκτος , Dsc. 1.13 ,al., Gp. 12.30.1 ; v.l. for ἐχεό -, Str. 13.1.14 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἐχῐόδηκτος , ον , = ἐχιδνόδηκτος , Dsc. 1.13 ,al., Gp. 12.30.1 ; v.l. for ἐχεό -, Str. 13.1.14 . ἐχῐόδηκτος,ον, A. = ἐχιδνόδηκτος , Dsc. 1.13 ,al., Gp. 12.30.1 ; v.l. for ἐχεό -, Str. 13.1.14 .
eastern ἑώϊος,ον, alsoα,ον, poet. forἑῷος, epith. of Apollo, A.R. 2.686 , 700 . 2. eastern, ἄκρη D.P. 111 .
in or of the morning ἑῷος,α,ον, A. Pr. 25 , etc.; alsoος,ον E. Ph. 169 (lyr.), D.H. 1.12 , dub. in Gem. Calend. p.220 M.: poet.ἑώϊος, Ion. and in Hom. ἠοῖος(qq. v.): (ἕως(A)):— A. in or of the morn
ζάβατος , ον , Aeol. for διαβατός , Sapph. 158 . = πίναξ ἰχθυηρός (Paph.), Hsch. (cf. γαβαθόν, καβάθα ). ζάβατος,ον, Aeol. forδιαβατός, Sapph. 158 . 2. = πίναξ ἰχθυηρός (Paph.), Hsch. (cf.γαβαθόν, κ
ζάβοτος , ον , ̔βόσκὠ = πολύφορβος, πολύκτηνος , Hsch. ζάβοτος,ον , ̔βόσκὠ A. = πολύφορβος, πολύκτηνος , Hsch.
ζαβρός , όν , for ζάβορος (?),= πολυφάγος , Hsch. , Phot. , Suid. ζαβρός,όν, forζάβορος(?),=πολυφάγος, Hsch. , Phot. , Suid.
very divine, sacred ζάθεος[ᾰ],α,ον , alsoος,ον E. Tr. 256 (lyr.), 1075 (lyr.); poet.Adj.(used by Trag. only in lyrics):— A. very divine, sacred, of places favoured by the gods, Il. 1.38 , al. (not i
ζάχολος [ ᾰ], ον , ̔χολή̓ = ζάκοτος , AP 9.524.7 . ζάχολος[ᾰ],ον, ̔χολή̓ A. = ζάκοτος , AP 9.524.7 .
ζάχῠτος [ ᾰ], ον ,= διάχυτος , Nonn. D. 19.347 . ζάχῠτος[ᾰ],ον ,=διάχυτος, Nonn. D. 19.347 .
ζευκ-τικός , ή , όν ,= εὐναῖος , of Aphrodite, Sch. Opp. H. 4.156 ; = ζευκτήριος, ἡνίαι Gloss. ζευκ-τικός,ή,όν,=εὐναῖος, of Aphrodite, Sch. Opp. H. 4.156 ; A. = ζευκτήριος, ἡνίαι Gloss.
ζεφῠρ-ήϊος , ον ,= ζεφύριος , Nonn. D. 48.517 . ζεφῠρ-ήϊος,ον,=ζεφύριος, Nonn. D. 48.517 .
ζεφῠρ-ικός , ή , όν ,= sq., Arist. Mete. 364a20 , Thphr. HP 8.7.7 . ζεφῠρ-ικός,ή,όν,= sq., Arist. Mete. 364a20 , Thphr. HP 8.7.7 .
of the West ζεφῠ́ρ-ιος,ον, sts. alsoα,ον(cf.Ζεφυρίη), A. of the Westorwest wind, westerly, Id. CP 2.3.1 ;τοῖς ζ. (sc.ἀνέμοις)at the period of westwinds, Arist. HA 618a7 ;western, τοῖχος Inscr.Délos
enviable ζηλ-ωτός,ή,όν, alsoός,όν E. Andr. 5 , Med. 1035 ; Dor. ζᾱλ- Simon. , Pi. (v. infr.):— A. enviable, of things, σοφία Pl. Hp.Mi. 368b ; καλὰ καὶ ζ. ἐπιγράμματα D. 22.72 : Comp. , Isoc.
of Zeno Ζηνώνειος,ον, A. of Zeno, αἵρεσις D.L. 1.19 ;τὸZ. Ph. 2.460 ; Z.,ὁ,Stoic philosopher, D.L. 7.5 :—alsoΖηνωνικός, Dor. Ζᾱν-,ή,όν , ἔρως Cerc. 9.16 .
ζητ-ηματικός , ή , όν , = ζητητικός 2 , Sch.Pl. p.212H. ζητ-ηματικός,ή,όν, A. = ζητητικός 2 , Sch.Pl. p.212H.
ζόφ-εος , α , ον , v.l. for sq., νύξ Nic. Al. 501 . ζόφ-εος,α,ον,v.l. forsq., A. νύξ Nic. Al. 501 .
ζόφ-ιος , ον ,= ζόφεος, ζοφερός , ib. 7.377 ( Eryc. ). ζόφ-ιος,ον,=ζόφεος, ζοφερός, ib. 7.377 ( Eryc. ).
ζῠ́γ-ιμος , ον , = ζύγιος 1 , βοῦς Plb. 34.8.9 . ζῠ́γ-ιμος,ον, A. = ζύγιος 1 , βοῦς Plb. 34.8.9 .
of ζῠ́γ-ιος,α,ον, alsoος,ον E. (v. infr.), IG 22.1604.71 (iv B.C.): (ζῠγόν):— A. oforfor the yoke, esp. (sc.ἵππος)draught-horse, opp.σειραφόρος, E. IA 221 (lyr.), Ar. Nu. 122 : c. gen.,θηρῶν ζυγίου
ζῠγηφόρος , ον , poet. for ζυγοφόρος (q.v.), A. Fr. 326 , E. Rh. 303 . ζῠγηφόρος,ον, poet. forζυγοφόρος(q.v.), A. Fr. 326 , E. Rh. 303 .
ζῳδι-ωτός , ή , όν , ̔ζῴδιον̓ = ζῳωτός , Poll. 7.55 , Hsch. ζῳδι-ωτός,ή,όν , ̔ζῴδιον̓ A. = ζῳωτός , Poll. 7.55 , Hsch.
ζῳδιο-γλύφος [ ῠ], ον , ̔γλύφὦ ζῳογλύφος , Plu. 2.712e . ζῳδιο-γλύφος[ῠ],ον, ̔γλύφὦ ζῳογλύφος, Plu. 2.712e .
ζωμ-ευτός , ή , όν , Orib. Fr. 119 ( -ιστούς in Paul.Aeg. 5.13 codd.). ζωμ-ευτός,ή,όν, Orib. Fr. 119 (-ιστούςin Paul.Aeg. 5.13 codd.).