θεσμο-φῠλᾰκι<κ>ός , ή , όν , νόμος Plu. 2.292d . θεσμο-φῠλᾰκι<κ>ός,ή,όν A. , νόμος Plu. 2.292d .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
θεσμο-φῠλᾰκι<κ>ός , ή , όν , νόμος Plu. 2.292d . θεσμο-φῠλᾰκι<κ>ός,ή,όν A. , νόμος Plu. 2.292d .
divinely sounding, divinely sweet θεσπέσιος,α,ον, alsoος,ον E. Andr. 296 (lyr.), Luc. Sacr. 13 : (perh. forθεσ-σπέσιος, cf.θεός, ἔσπον):—prop. of the voice, A. divinely sounding, divinely sweet, ἀοι
θεσπῐ-ᾰοιδός , όν , ( θέσπις ) poet. for θεσπιῳδός , Hsch. θεσπῐ-ᾰοιδός,όν, (θέσπις) poet. forθεσπιῳδός, Hsch.
θέσπιος , ον , = θεσπέσιος , Hes. Fr. 197 , Orac. ap. Ar. Av. 977 . θέσπιος,ον, A. = θεσπέσιος , Hes. Fr. 197 , Orac. ap. Ar. Av. 977 .
θηλύ-λᾰλος [ ῠ], ον ,= θηλύγλωσσος , Man. 4.322 . θηλύ-λᾰλος[ῠ],ον ,=θηλύγλωσσος, Man. 4.322 .
θῇος , α , ον , Dor. for θεῖος (A), Callicr. ap. Stob. 4.28.17 , Euryph. ap. eund. 4.39.27 . θῇος,α,ον, Dor. forθεῖος(A), Callicr. ap. Stob. 4.28.17 , Euryph. ap. eund. 4.39.27 .
θηρ-ᾱτήριος , α , ον , = θηρατικός , c. gen., ἴυγγα θ. ἔρωτος S. Fr. 474.1 . Subst. -ατήριον, τό , hunting implement , Hsch. s.v. ἄγκιστρον . θηρ-ᾱτήριος,α,ον, A. = θηρατικός , c. gen., ἴυγγα θ. ἔρω
of wild beasts θήρ-ειος,ον, alsoα,ον v.l. in Pl. Phdr. 248d , AP 5.265 (Paul. Sil.): (θήρ):— A. of wild beasts, δέρμα θ. λέοντος Panyas. 1 , cf. Hanno Peripl. 9 ; μέλεα Emp. 101 ;θήρειον γραφήνt
θηρ-ευτός , ή , όν , = θηρατός , Arist. Pol. 1324b40 . θηρ-ευτός,ή,όν, A. = θηρατός , Arist. Pol. 1324b40 .
θηρεφόνος , ον ,= θηροφόνος , Hdn.Gr. 2.260 . θηρεφόνος,ον,=θηροφόνος, Hdn.Gr. 2.260 .
made by Thericles Θηρίκλειος,α,ον, orος,ον, A. made by Thericles, a famous Corinthian potter ( Eub. 31 , 43 ), Θ. κύλιξ Alex. 96 , Thphr. HP 5.3.2 (pl.), Cleanth.Stoic. 1.133 ; κρατήρ Alex. 119 ,
θηριό-βρωτος , ον ,= θηρόβορος , D.S. 18.36 . θηριό-βρωτος,ον,=θηρόβορος, D.S. 18.36 .
θηριο-κτόνος , ον ,= θηροκτόνος, φάρμακον Eust. 1416.14 . θηριο-κτόνος,ον,= A. θηροκτόνος, φάρμακον Eust. 1416.14 .
abounding in wild beasts θηριότροφ-ος,ον, (parox.) A. abounding in wild beasts, of a country, Str. 2.5.33 ;keeping wild beasts, Procl. Par.Ptol. 250 . II. proparox.,θηριότροφος,ον , Pass. ,fed on re
θηρό-βρωτος , ον ,= θηρόβοτος , Str. 6.1.12 ( v.l. θηριοβρ- ). θηρό-βρωτος,ον,=θηρόβοτος, Str. 6.1.12 ( A. v.l. θηριοβρ- ).
θηρο-ζῠγοκαμψῐμέτωπος , ον , = ὁ θῆρας ζυγῶν καὶ κάμπτων τὰ μέτωπα , a word formed as part of a verse containing all the letters, AP 9.538 . θηρο-ζῠγοκαμψῐμέτωπος,ον, A. = ὁ θῆρας ζυγῶν καὶ κάμπτων
θηρό-μικτος , ον ,= foreg., δαίμων Lyc. 963 . θηρό-μικτος,ον,= foreg., A. δαίμων Lyc. 963 .
killing wild beasts θηρο-φόνος,ον, alsoη,ον Thgn. 11 , prob. in Ar. Th. 320 :— A. killing wild beasts, epith. of Artemis, Thgn. l.c., Ar. l.c.; θεά E. HF 378 (lyr.); of Apollo, AP 9.525.9 ;θεός, i
θιμβρός , ά , όν , v. θιβρός . θιμβρός,ά,όν, A. v. θιβρός .
θνησ-ῐμαῖος , α , ον , neut. as Subst. θνησ-αῖον , τό ,= foreg., LXX 3 Ki. 13.25 , al.; τῶν θ. οὐχ ἅψεσθε ib. Le. 11.8 , cf. Hierocl. in CA 26p.480M. θνησ-ῐμαῖος,α,ον, neut. asSubst. θνησ-αῖον,τό,= fo
liable to death, mortal θνητός,ή,όν, alsoός,όν E. Ion 973 , IA 901 , 1396 : Dor. θνᾱτός(v. infr.): Aeol. θνᾶτος Sapph. Supp. 13.7 : (θνῄσκω):— A. liable to death, mortal, opp.ἀθάνατος, freq. in H
θολ-ός (B), ή , όν , = θολερός , Ath. 10.420d , Olymp. in Mete. 127.13 , cf. Hsch. θολ-ός(B),ή,όν, A. = θολερός , Ath. 10.420d , Olymp. in Mete. 127.13 , cf. Hsch.
θορο-ποιός , όν , gloss on θοῦρις , EM 453.51 ( v.l. φθορο-, θυρο- ). θορο-ποιός,όν, A. gloss on θοῦρις , EM 453.51 ( v.l. φθορο-, θυρο- ).
Θρᾳκ-ικός , ή , όν ,=sq., Luc. JTr. 21 . Θρᾳκ-ικός,ή,όν,=sq., Luc. JTr. 21 .