λειεντερ-ικός , ή , όν , = sq., Hp. Epid. 3.8 , Ruf. ap. Orib. 5.3.4 , 8.24.30 , Gal. 8.389 . λειεντερ-ικός,ή,όν,=sq., Hp. Epid. 3.8 , Ruf. ap. Orib. 5.3.4 , 8.24.30 , Gal. 8.389 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
λειεντερ-ικός , ή , όν , = sq., Hp. Epid. 3.8 , Ruf. ap. Orib. 5.3.4 , 8.24.30 , Gal. 8.389 . λειεντερ-ικός,ή,όν,=sq., Hp. Epid. 3.8 , Ruf. ap. Orib. 5.3.4 , 8.24.30 , Gal. 8.389 .
λείρ-ιος , ον , = λειριόεις, ἄνθεμον Pi. N. 7.79 . of the voice, A.R. 4.903 , Orph. A. 253 . of the eyes of youth, ὄμματα B. 16.95 . λείρ-ιος,ον, A. = λειριόεις, ἄνθεμον Pi. N. 7.79 . II. of the v
of a lion λεόντ-ειος,α,ον, also lateος,ον,v.infr. 3 , A. of a lion, τῆς λ. <δορᾶς> A. Fr. 109 ; δέρμα Theoc. 24.136 ; στέαρ Gal. 13.631 ,al. 2. lion-like, δύναμις Epich. [301] ; βία AP 9.22
λεόντ-εος , α , ον , = foreg. 1 , γάλα dub. in Alcm. 34.5 . λεόντ-εος,α,ον,=foreg. 1 ,γάλαdub. in Alcm. 34.5 .
λεουργός , όν , = λεωργός , blamed as φορτικόν by Poll. 3.134 , quoting X. ( Mem. 1.3.9 , where λεωργότατον is now read). λεουργός,όν, A. = λεωργός , blamed asφορτικόνby Poll. 3.134 , quoting X. ( M
λεπτ-ᾰκῐνός , ή , όν , poet. for sq., AP 11.102 ( Ammian. or Nicarch. ). λεπτ-ᾰκῐνός,ή,όν, poet. for sq., AP 11.102 ( Ammian. or Nicarch. ).
λεπτό-γρᾰφος , ον , = foreg., Id. Vit.Auct. 23 . λεπτό-γρᾰφος,ον,=foreg., Id. Vit.Auct. 23 .
of fine fabric λεπτό-πηνος,ον, (πηνίον) A. of fine fabric, ὕφος Eub. 67.5 = 84.4 ;v.l. λεπτόνητος,ον, (νέω)fine-spun, in the latter place (cod. A Ath. ).
λεπτό-τρῐχος , ον , v. λεπτόθριξ . λεπτό-τρῐχος,ον, A. v. λεπτόθριξ .
λευκο-δέρμᾰτος , ον , gloss on sq., Hsch. λευκο-δέρμᾰτος,ον,gloss onsq., Hsch.
λευκο-έρυθρος , ον , = λευκέρυθρος , Procl. Par.Ptol. 203 . λευκο-έρυθρος,ον, A. = λευκέρυθρος , Procl. Par.Ptol. 203 .
λευκο-κέφᾰλος , ον , gloss on λευκόκρας , Id. λευκο-κέφᾰλος,ον, A. gloss on λευκόκρας , Id.
λευκό-πῡγος , ον , = λευκόπρωκτος , Alex. 321 . λευκό-πῡγος,ον, A. = λευκόπρωκτος , Alex. 321 .
λευκο-χρώματος , ον , = λευκόχρως , Phint. ap. Stob. 4.23.61a . λευκο-χρώματος,ον, A. = λευκόχρως , Phint. ap. Stob. 4.23.61a .
λευκό-χρωμος , ον , = foreg., κάμηλος PGrenf. 2.74.7 (iv A.D.) . λευκό-χρωμος,ον,=foreg., A. κάμηλος PGrenf. 2.74.7 (iv A.D.).
smooth, level, even λευρός,ά,όν(alsoός,όν A. Pr. 371 ), poet.Adj. A. smooth, level, even, λευρῷ ἐνὶ χώρῳ Od. 7.123 , Orac. ap. Hdt. 1.67 ;Σικελίας λευροὺς γύαςA.l.c.;λ. οἶμος αἰθέροςib. 396 ; ἐν ψ
λευστός , ή , όν , neut. pl. λευκ-ά: ὁρατά, λιθοβόλητα , Hsch. λευστός,ή,όν, neut. pl.λευκ-ά: ὁρατά, λιθοβόλητα, Hsch.
slanting, crosswise λέχριος,α,ον, alsoος,ον Call. Del. 236 : (v.λικριφίς):— A. slanting, crosswise, with a Verb, λ. ὀκλάσας S. OC 195 (lyr.);λ. ἐκπεσεῖν, χωρεῖν, E. Hec. 1026 (lyr.), Med. 1168 ;τι
λεωφόρος , ον , v. λαοφόρος . λῇ , λῇς , etc., v. λῶ . ληβόλε: λιθοβόλε, ἄξιε λιθασθῆναι , Hsch. ληβολία: δημοσία κοπρία , Id. λεωφόρος,ον, A. v. λαοφόρος .λῇ,λῇς, etc., v. λῶ .ληβόλε: λιθοβόλε, ἄξι
ληθ-ήμων , ον , only dat.pl. ληθήμοσι ( ληθημόνοισι cod.) : ληθάργοις , Id. ληθ-ήμων,ον, only dat.pl.ληθήμοσι(ληθημόνοισιcod.): ληθάργοις, Id.
λῐβηρός , ά , όν , = ὑγρός , Hp. ap. Gal. 19.118 , EM 564.50 . λῐβηρός,ά,όν, A. = ὑγρός , Hp. ap. Gal. 19.118 , EM 564.50 .
λίγειος [ ῐ], α , ον , later form of λιγύς , cj. Coraës for λίγιον, λύγιον (q.v.), Hld. 6.5 ; λιγήϊα συρίζουσι (Schneid. for λιγέα ) Opp. C. 4.411 . Adv. - είως Suid. λίγειος[ῐ],α,ον , later form ofλι
λῐγῠ́-θροος , ον , = foreg., D.P. 574 , Coluth. 276 , etc. λῐγῠ́-θροος,ον,=foreg., D.P. 574 , Coluth. 276 , etc.
λῐγῠ́-κορτος , ον , = sq., Alcm. 85 B. λῐγῠ́-κορτος,ον,=sq., Alcm. 85 B.