μαι-ήϊος , ον , = μαιευτικός , Nonn. D. 9.167 . μαι-ήϊος,ον, A. = μαιευτικός , Nonn. D. 9.167 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
μαι-ήϊος , ον , = μαιευτικός , Nonn. D. 9.167 . μαι-ήϊος,ον, A. = μαιευτικός , Nonn. D. 9.167 .
μαινόλιος , α , ον , = foreg., of Dionysus, AP 9.524.13 . μαινόλιος,α,ον,=foreg., of Dionysus, AP 9.524.13 .
μαιωτικός , ή , όν , = μαιευτικός, τέχνη Plu. 2.1000e ; δίφρος Antyll. ap. Orib. 10.19.2 , Sor. 1.35 ; μαιωτικός (sc. λόγος ), ὁ , treatise on midwifery by Herophilus, Id. 2.3 . μαιωτικός,ή,όν, A. =
blessed, happy μᾰκᾰ́ρ-ιος,α,ον, alsoος,ον Pl. Lg. 803c : collat. form. ofμάκαρ, mostly used in Prose, but also in Poets, as Pi. , and freq. in E. , 1. mostly of men,blessed, happy, Pi. P. 5.46 , E.
μᾰ́κᾰρ-ος , α , ον , = μακάριος , Epigr.Gr. 454 ( Trachonitis ), 656 , dub. in IG 14.2258 ( Lorium ). μᾰ́κᾰρ-ος,α,ον, A. = μακάριος , Epigr.Gr. 454 (Trachonitis), 656 , dub. in IG 14.2258 (Lorium).
μᾰκᾰρ-τός , ή , όν , = μακαριστός , AP 7.740.5 ( Leon. ). μᾰκᾰρ-τός,ή,όν, A. = μακαριστός , AP 7.740.5 ( Leon. ).
blessed μᾰκᾰρ-ιος, α, ον, also ος, ον [[ 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Leges” 803c: collateral form. of μάκαρ] Refs 5th c.BC+], mostly used in Prose, but also in Poets, as [[ 5th c.BC: Pindarus Ly
μακρ-απόδοτος , ον , = μακροαπόδοτος , Jo.Sic.in Rh. 6.195 W. μακρ-απόδοτος,ον, A. = μακροαπόδοτος , Jo.Sic.in Rh. 6.195 W.
μακρό-πλεκτος , ον , gloss on τανύπλεκτος , Sch. Opp. H. 1.33 . μακρό-πλεκτος,ον, A. gloss on τανύπλεκτος , Sch. Opp. H. 1.33 .
μακρο-σίδηρος [ ῐ], ον , gloss on δολίχαυλος , Eust. 1620.36 . μακρο-σίδηρος[ῐ],ον , A. gloss on δολίχαυλος , Eust. 1620.36 .
μαλθᾰ́κ-ινος , η , ον , poet. for μαλθακός, χάρις AP 9.567 (Antip.). μαλθᾰ́κ-ινος,η,ον, poet. for A. μαλθακός, χάρις AP 9.567 (Antip.).
μαλθακ-τικός , ή , όν , = μαλακτικός, πνεύμονος Hp. Acut. 53 , Aret. CD 1.3 . μαλθακ-τικός,ή,όν, A. = μαλακτικός, πνεύμονος Hp. Acut. 53 , Aret. CD 1.3 .
white-tailed μᾰλός(B),ή,όν, A. = ἀμαλός , only inἄρνα μαλήν, a wrong division ofἄρν' ἀμαλήν, Il. 22.310 .μαλοσόα ὁδός: ᾗ τὰ πρόβατα βαδίζει, Hsch. (μαλόσαcod.); cf.ἱπποσόα, μηλοσόη.μάλουρος,ον, and
μαμμῷος , α , ον , = μαμμικός 1 , BGU 613.33 (ii A. D.) . μαμμῷος,α,ον, A. = μαμμικός 1 , BGU 613.33 (ii A. D.).
μᾰνι-ακός , ή , όν , = μαινόμενος , Gloss. μᾰνι-ακός,ή,όν, A. = μαινόμενος ,Gloss.
μαντῷος , α , ον , = μαντεῖος , AP 9.201 ( Leo ), 5.295 ( Agath. ). μαντῷος,α,ον, A. = μαντεῖος , AP 9.201 (Leo), 5.295 ( Agath. ).
mad μάργ-ος,η,ον, alsoος,ον( A. Eu. 67 , Pl. Lg. 792e ):—poet.Adj.(used once by Pl. ), A. mad,μάργε madman! Od. 16.421 ; μαῖα φίλη, μάργην σε θεοὶ θέσαν 23.11 , cf. Pi. O. 2.96 , etc.; θυμὸς μ. Th
μαρμᾰ́ρ-ειος , α , ον , = sq., Hsch. μαρμᾰ́ρ-ειος,α,ον,=sq., Hsch.
μασί-γδουπος , ον , = ἐρίγδουπος , Hsch. μασιτρίς , gloss on νάρφη , Id. μασί-γδουπος,ον, A. = ἐρίγδουπος , Hsch. μασιτρίς, gloss on νάρφη , Id.
μαστῑγ-ωτικός , ή , όν , gloss on μάστειρα (q. v.), Sch. A. Supp. 163 . μαστῑγ-ωτικός,ή,όν, A. gloss on μάστειρα (q. v.), Sch. A. Supp. 163 .
μαστῑγο-νόμος , ον , = μαστιγοφόρος , Plu. 2.553a . μαστῑγο-νόμος,ον, A. = μαστιγοφόρος , Plu. 2.553a .
μᾰταιό-φημος , ον , = ματαιολόγος , Phot. s.v. λῆρος . μᾰταιό-φημος,ον, A. = ματαιολόγος , Phot. s.v. λῆρος .
futile μάται-ος [μᾰ], α, ον [[ 4th-5th c.BC: Aeschylus Tragicus “Prometheus Vinctus” 331, “Th.” 442, “Ag.” 422 (Lyric poetry), etc.] Refs 4th c.BC+]; also ος, ον[[ [prev. work] 1151, “Ch.” 82, “Eu.”
μᾰταιουργός , όν , = ματαιοποιός , Ph. 2.98 . μᾰταιουργός,όν, A. = ματαιοποιός , Ph. 2.98 .