ἀδίπλ-ωτος , ον , = foreg., Id. 185.34 . ἀδίπλ-ωτος,ον,=foreg., Id. 185.34 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἀδίπλ-ωτος , ον , = foreg., Id. 185.34 . ἀδίπλ-ωτος,ον,=foreg., Id. 185.34 .
ἀκραιπᾰ́λ-ωτος , ον , = foreg. 3 , Orib. Eup. 1.12.5 . ἀκραιπᾰ́λ-ωτος,ον,=foreg. 3 , Orib. Eup. 1.12.5 .
ἀμούσ-ωτος , ον , = ἄμουσος , S. Fr. 819 . ἀμούσ-ωτος,ον, A. = ἄμουσος , S. Fr. 819 .
ἀναστομ-ωτός , όν , of an abscess, prob. f.l. for ἀστόμωτος , Gal. 18(2).795 . ἀναστομ-ωτός,όν, of an abscess, prob. A. f.l. for ἀστόμωτος , Gal. 18(2).795 .
ἀπύκν-ωτος , ον , = foreg. 1 , Eust. 972.39 . ἀπύκν-ωτος,ον,=foreg. 1 , Eust. 972.39 .
ἀστῡ́λ-ωτος , ον , gloss on ἀνερμάτιστος , Sch. Ael. NA 1.11 . ἀστῡ́λ-ωτος,ον, A. gloss on ἀνερμάτιστος , Sch. Ael. NA 1.11 .
ἀτῡ́φ-ωτος , ον , = foreg., Plu. 2.10b . ἀτῡ́φ-ωτος,ον,=foreg., Plu. 2.10b .
ἀχῡ́μ-ωτος , ον , = foreg., Gal. 1.584 , Suid. ἀχῡ́μ-ωτος,ον,=foreg., Gal. 1.584 , Suid.
διαπρι-ωτός , ή , όν , = διάπριστος , Hp. VC 21 . διαπρι-ωτός,ή,όν, A. = διάπριστος , Hp. VC 21 .
ἐκτῠπ-ωτός , ή , όν ,= ἔκτυπος , IG 11(2).199 B 7 (Delos, iii B.C. ). ἐκτῠπ-ωτός,ή,όν,=ἔκτυπος, IG 11(2).199 B 7 (Delos,iii B.C.).
εὐόρκ-ωτος , ον , = εὔορκος , Poll. 1.39 . εὐόρκ-ωτος,ον, A. = εὔορκος , Poll. 1.39 .
εὐχαλῑ́ν-ωτος , ον , ( χαλῑνόω ) = foreg., Hdn. Epim. 178 . εὐχαλῑ́ν-ωτος,ον, (χαλῑνόω)=foreg., Hdn. Epim. 178 .
ζῳδι-ωτός , ή , όν , ̔ζῴδιον̓ = ζῳωτός , Poll. 7.55 , Hsch. ζῳδι-ωτός,ή,όν , ̔ζῴδιον̓ A. = ζῳωτός , Poll. 7.55 , Hsch.
θῠσαν-ωτός , ή , όν ,= θυσανόεις, κιθών, αἰγέη , Hdt. 2.81 , 4.189 ; ἔνδυμα J. BJ 5.5.7 . θῠσαν-ωτός,ή,όν,=θυσανόεις, κιθών, αἰγέη, Hdt. 2.81 , 4.189 ; A. ἔνδυμα J. BJ 5.5.7 .
κορσ-ωτός , ή , όν , = κροσσωτός (which is v.l.), Lyc. 291 . κορσ-ωτός,ή,όν, A. = κροσσωτός (which is v.l.), Lyc. 291 .
λορδ-ωτός , = λορδός , dub. cj. in Erot. s.v. λορδότατον . λορδ-ωτός, A. = λορδός , dub. cj. in Erot. s.v. λορδότατον .
ταρσ-ωτός , v. ταρσώδης . ταρσ-ωτός, A. v. ταρσώδης .
τειχ-ωτός , ή , όν , = τειχικός, στέφανος CIL 3 (Supp.). 13648 ( Amastris ), etc. τειχ-ωτός,ή,όν, A. = τειχικός, στέφανος CIL 3 (Supp.). 13648 (Amastris), etc.
τροχ-ωτός , όν , v. τροχός, όν , 11 . τροχ-ωτός,όν,v. τροχός,όν, 11 .
a horned ὦτος,ου , ὁ(on the accentv.Hdn.Gr. 1.214 ), A. a hornedoreared owl, ὁ δ' ὦτος . . , περὶ τὰ ὦτα πτερύγια ἔχων Arist. HA 597b21 , cf. Plu. 2.961e ,v.l.ib. 52b : Ath. 9.390d appears to iden
barbed, ἀγκιστρ-ωτός,ή,όν, A. barbed, βέλος Plb. 6.23.10 ; ἐμβόλια Ph. Bel. 95.45 .
furnished with a thong, ἀγκυλ-ωτός,ή,όν, of javelins, A. furnished with a thong, στοχάσματα E. Ba. 1205 .
unenslaved, unsubdued ἀδούλ-ωτος,ον, A. unenslaved, unsubdued, Pers.Stoic. 1.99 , D.S. 1.53 ; ὑπό τινων Procl. in Alc. p.95 C.; ἀδούλωτοι ἡδονῇ Crates Theb. 5 .
not accompanied by bridal gifts ἀέδν-ωτος,ον, (ἑδνόω) A. not accompanied by bridal gifts, ἀλφή Lyc. 549 .