ἁβρο-βόστρυχος , ον , = ἁβροκόμης , Tz. H. 1.230 . ἁβρο-βόστρυχος,ον, A. = ἁβροκόμης , Tz. H. 1.230 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ἁβρο-βόστρυχος , ον , = ἁβροκόμης , Tz. H. 1.230 . ἁβρο-βόστρυχος,ον, A. = ἁβροκόμης , Tz. H. 1.230 .
graceful, delicate, pretty, ἁβρός,ά,όν, poet. alsoός,όν:— A. graceful, delicate, pretty, παρθένος Hes. Fr. 218 ; παῖς, Ἔρως Anacr. 17 , 65 ; ἄβραι Χάριτες Sapph. 60 ; esp. of the body,σῶμα, πο
holy, ἄβροτος,ον, alsoη,ον, A. = ἄμβροτος (q.v.),holy,in Hom. only once, νὺξ ἀβρότη Il. 14.78 ;ἀβρότηalone = νύξ , Eust.ad loc. II. without men, deserted of men, ἄβροτον εἰς ἐρημίαν v.l. for ἄβα
ἀβροχ-ικός , ή , όν , = ἄβροχος , PFlor. 286.23 (vi A. D.) . ἀβροχ-ικός,ή,όν, A. = ἄβροχος , PFlor. 286.23 (vi A. D.).
ἀβρόχ-ιστος , ον , = foreg., PGoodsp. 15.22 (iv A. D.) . ἀβρόχ-ιστος,ον,=foreg., PGoodsp. 15.22 (iv A. D.).
ἀβύθητος , ον , = sq., Sch. Opp. H. 2.216 . ἀβύθητος,ον,=sq., Sch. Opp. H. 2.216 .
ἄβυθος , ον , = ἄβυσσος, εἴς τινα ἄ. φλυαρίαν Pl. Prm. 130d (sed leg. εἴς τινα βυθὸν φλυαρίας ). ἄβυθος,ον, A. = ἄβυσσος, εἴς τινα ἄ. φλυαρίαν Pl. Prm. 130d (sed leg.εἴς τινα βυθὸν φλυαρίας).
ἀγα-κλειτός , ή , όν , = foreg., of men, Il. 2.564 , Hes. Th. 1016 , etc. of things, ἀ. ἑκατόμβη Od. 3.59 ; πάθος S. Tr. 854 (lyr.). ἀγα-κλειτός,ή,όν,=foreg., of men, Il. 2.564 , Hes. Th. 1016 , etc.
ἀγα-κλυτός , όν , = -κλειτός , Il. 6.426 , Hes. Th. 945 , etc. of things, ἀ. δώματα Od. 3.388 , 7.3 , 46 . ἀγα-κλυτός,όν, A. = -κλειτός , Il. 6.426 , Hes. Th. 945 , etc. 2. of things, ἀ. δώματα Od
ἀγαθικός , ή , όν , = ἀγαθός , Epich. 99 . ἀγαθικός,ή,όν, A. = ἀγαθός , Epich. 99 .
ἀγαλματ-ουργικός , ή , όν , = ἀγαλματοποιικός , ibid. ἀγαλματ-ουργικός,ή,όν, A. = ἀγαλματοποιικός , ibid.
ἀγαλματ-ουργός , όν , = ἀγαλματοποιός , Poll. 1.12 . ἀγαλματ-ουργός,όν, A. = ἀγαλματοποιός , Poll. 1.12 .
ἀγᾰνακτ-ικός , ή , όν , = ἀγανακτητικός (q.v.), Luc. Pisc. 14 . Adv. -κῶς M.Ant. 11.13 . ἀγᾰνακτ-ικός,ή,όν, A. = ἀγανακτητικός (q.v.), Luc. Pisc. 14 .Adv. -κῶς M.Ant. 11.13 .
that wherewith one must be content ἀγαπ-ητός,ή,όν, Dor. ἀγαπ-ᾱτός,ά,όν, A. that wherewith one must be content(cf ἀγαπάω 111 ), hence of only children, μοῦνος ἐὼν ἀ. Od. 2.365 ; Ἑκτορίδην ἀ. Il.
ἀγᾰτός , ή , όν , = ἀγαστός , v.l. in h.Ap. 515 , ( ἀγᾱ- ) Theoc. 1.126 . ἀγᾰτός,ή,όν, A. = ἀγαστός ,v.l. in h.Ap. 515 , (ἀγᾱ-) Theoc. 1.126 .
ἀγείρᾰτος , ον , poet. for ἀγέραστος , Hdn. Gr. 2.269 . ἀγείρᾰτος,ον, poet. forἀγέραστος, Hdn. Gr. 2.269 .
ἀγηνόρειος , Dor. ἀγᾱνόρειος , α , ον , = ἀγήνωρ , A. Pers. 1026 . ἀγηνόρειος, Dor. ἀγᾱνόρειος,α,ον, A. = ἀγήνωρ , A. Pers. 1026 .
ἀγήραντος , ον , = sq., Simon. 100.4 , E. Epigr. 2.1 . ἀγήραντος,ον,=sq., Simon. 100.4 , E. Epigr. 2.1 .
ἁγι-αφόρος , ον , = ἱεραφόρος , IG 3.162 . ἁγι-αφόρος,ον, A. = ἱεραφόρος , IG 3.162 .
splendid, shining, bright ἀγλαός[ᾱγλᾰ-],ή,όν , alsoός,όν Thgn. 985 , E. Andr. 135 :— A. splendid, shining, bright, epith. of beautiful objects, ἀ. ὕδωρ Il. 2.307 , etc.; γυῖα 19.385 , cf. B. 16.
ἄγλαυρος , ον , = ἀγλαός , Nic. Th. 62 , 441 . Ἄγλαυρος, ἡ , daughter of Cecrops, worshipped on the Acropolis at Athens, Hdt. 8.53 . β́ , Paus. 1.18.2 . ἄγλαυρος,ον, A. = ἀγλαός , Nic. Th. 62 , 441
ἁγν-ιστικός , ή , όν , = ἁγνευτικός 11 , Eust. 43.6 . ἁγν-ιστικός,ή,όν, A. = ἁγνευτικός 11 , Eust. 43.6 .
ἄγνᾰφος , ον , ( γνάπτω ) = foreg., Ev.Matt. 9.16 , Marc. 2.21 , PLond. 2.193v22 (ii A.D.) . ἄγνᾰφος,ον, (γνάπτω)=foreg., Ev.Matt. 9.16 , Marc. 2.21 , PLond. 2.193v22 (ii A.D.).
ignored ἀγνο-ητός,ή,όν, A. ignored;τὸ-όν,the object of ignorance, Dam. Pr. 6 .