heedlessness, ἀφροντ-ιστία,ἡ, A. heedlessness, τοῦ συμμέτρου Them. Or. 15.186c ; τοῦ βίου Porph. Plot. 7 . II. in pass. sense,being unheeded, ὑπ' ἀνθρώπων Phld. Mort. 36 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
heedlessness, ἀφροντ-ιστία,ἡ, A. heedlessness, τοῦ συμμέτρου Them. Or. 15.186c ; τοῦ βίου Porph. Plot. 7 . II. in pass. sense,being unheeded, ὑπ' ἀνθρώπων Phld. Mort. 36 .
βαρίη , ἡ , = βάρος, τοῦ ἠέρος Aret. SD 1.11 (sed leg. ἀπορίη ). βαρίη,ἡ, A. = βάρος, τοῦ ἠέρος Aret. SD 1.11 (sed leg.ἀπορίη).
βουσκητήριον: εἰς εὐρύην: εἴρηται κακος χόλως ἐπὶ τοῦ γυναικείου αἰδοίου , Hsch. βουσκητήριον: εἰς εὐρύην: εἴρηται κακος χόλως ἐπὶ τοῦ γυναικείου αἰδοίου, Hsch.
γᾰνύσκομαι , Dep. , = γάνυμαι , Them. Or. 2.26d , 21.254c : c. gen., γ. τοῦ τόπου Socr. Ep. 18 . γᾰνύσκομαι,Dep., A. = γάνυμαι , Them. Or. 2.26d , 21.254c : c. gen., γ. τοῦ τόπου Socr. Ep. 18 .
tickling γαργᾰλ-ισμός,ὁ, A. tickling( γέλως διὰ κινήσεως τοῦ μορίου τοῦ περὶ τὴν μασχάλην Arist. PA 673a8 ), Hp. Alim. 26 , Pl. Smp. 189a (pl.), Phdr. 253e , Epicur. Fr. 412 (pl.); ἐν τῷ σώματι διέ
γέντιμος: ἄκρον τοῦ ἁλιευτικοῦ καλάμου , Hsch. ; cf. γέρσυμον . γέντινοι: οἰκεῖοι , and γέντινος: ὕπνος , Id. γέντιμος: ἄκρον τοῦ ἁλιευτικοῦ καλάμου, Hsch. ; cf.γέρσυμον.γέντινοι: οἰκεῖοι, andγέντινος
γρύξ: ὁ τόπος (leg. ῥύπος ) τοῦ ὄνυχος , Hsch. γρύξ: ὁ τόπος(leg.ῥύπος)τοῦ ὄνυχος, Hsch.
δαάναι: δύεσθαι, ὅσον εἰς τὴν χρείαν τοῦ στήμονος μεριζόμενον καθάπτεσθαι, Hsch. δαβελός [i.e. δαϝ], = δαλός ( Lacon. ), Id. δαβῆ: καυθῇ ( Lacon. ), Id. δαάναι: δύεσθαι, ὅσον εἰς τὴν χρείαν τοῦ στήμον
δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς , v. δαί̈ς (A). δάσασθαι , δασάσκετο , δασαίμεθα , v. δατέομαι. δάς: ἐπὶ τοῦ πολλοῦ καὶ μεγάλου, Hsch. δᾴς, A. v. δαί̈ς (A).δάσασθαι,δασάσκετο,δασαίμεθα,
separating, parting, διά-λῠσις,εως,ἡ, (διαλύω) A. separating, parting, δ. τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος Pl. Grg. 524b ;δ. τοῦ σώματοςitsdissolution, Id. Phd. 88b , cf. Democr. 297 ;τὴν τῶν γεφυρῶν οὐ
parting διά-λῠσις, εως, ἡ, (διαλύω) separating, parting, δ. τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος [[ 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Gorgias” 524b ] Refs 5th c.BC+]; δ. τοῦ σώματος its dissolution, [[ [prev. au
total mistake, διᾰμαρτ-ία,ἡ, A. total mistake, τοῦ Ἀννίβου Plu. Fab. 6 ;τοῦ τόπουibid.;δ. τῶν ἡμερῶν wrong reckoningof the days, Th. 4.89 ;δ. τῆς γλώττης, lapsus linguae, Luc. Laps. 1 . 2. gross
channel, pipe, διαρροή,ἡ, A. channel, pipe, πνεύματος διαρροαίthe wind-pipe, E. Hec. 567 ; of a stream, αἱ δ. τοῦ Ῥειτοῦ SIG 86.15 (Eleusis,v B. C.). II. flowing through, ἡ ἄνω τε καὶ κάτω τοῦ ὠκ
δίδυξ (leg. δοῖδυξ ) : τὸ τριβήδιν (leg. τριβίδιον ) τοῦ ὁλμ[ί]ου, Hsch. δίδυξ(leg.δοῖδυξ): τὸ τριβήδιν(leg.τριβίδιον)τοῦ ὁλμ[ί]ου, Hsch.
Διίκτυννα , coined ( ἀπὸ τοῦ διικνεῖσθαι ) as etym. of Δίκτυννα by Corn. ND 34 . Διίκτυννα, coined (ἀπὸ τοῦ διικνεῖσθαι) as etym. ofΔίκτυνναby Corn. ND 34 .
doubling, διπλᾰσι-ασμός,ὁ, A. doubling, Antipho Soph. 75 ; τοῦ κύβου Pl. Sis. 388e ; τοῦ στερεοῦ Plu. 2.718f . II. Gramm.,the Ionic doubling of consonants,as inτόσσος, EM 68.47 , Eust. 73.3 ,
doubling διπλᾰσι-ασμός, ὁ, doubling, [[ 5th c.BC: Antipho Sophista 75; τοῦ κύβου 5th-6th c.BC: Plato Philosophus “Sisyphus” 388e; τοῦ στερεοῦ 1st-2nd c.AD: Plutarchus Biographus et Philosophus 2.718f
δολάν (leg. δοάν ) : ἀντὶ τοῦ δήν, Hsch. δολάνα: μαστροπός, Id. (cf. δολομάν ). δολβαί: θύματα, οἱ δὲ μικρὰ ( μικτὰ cod.) πλακούντια, Id.; cf. δόλπαι. δολάν(leg.δοάν): ἀντὶ τοῦ δήν, Hsch. δολάνα: μα
δολίσκος , ὁ , Dim. of δόλων 11 , Hsch. δολίφονον: πέπαικται δὲ τοῦ δολοφονίου, Id. δολίσκος,ὁ, Dim. of A. δόλων 11 , Hsch. δολίφονον: πέπαικται δὲ τοῦ δολοφονίου,Id.
δραγμᾶναι: αἱ ἐν ταῖς τοῦ ἐγκεφάλου κοιλότησι . . , Hsch. δραγμᾶναι: αἱ ἐν ταῖς τοῦ ἐγκεφάλου κοιλότησι. . , Hsch.
δύσεα: τοῦ τοίχου τὰ πέριξ ( Cypr. ), Hsch. δύσεα: τοῦ τοίχου τὰ πέριξ( Cypr. ), Hsch.
annoyance, disgust δυσχέρ-εια,ἡ, opp.εὐχέρεια, I. of things,annoyance, disgustcaused by a thing,τοῦ φορήματος, τοῦ νοσήματος, S. Ph. 473 , 900 , cf. Pl. Plt. 286b ;unpleasantness, of food, D.C. 68.31
ἐγκῡσίκωλος [ῐ] or ἐγκῡσόχωλος , = ἄνωθεν ἀπὸ τοῦ κυσοῦ χωλός , Com.Adesp. 6 D. ἐγκῡσίκωλος [ῐ]orἐγκῡσόχωλος, A. = ἄνωθεν ἀπὸ τοῦ κυσοῦ χωλός , Com.Adesp. 6 D.
ἐγχει-γάστωρ: ὁ διὰ τοῦ δόρατος ζῶν , Zonar. ἐγχει-γάστωρ: ὁ διὰ τοῦ δόρατος ζῶν, Zonar.