pour from one vessel into another μετα-χέω, A. pour from one vessel into another, Dsc. 5.72 , J. AJ 9.4.2 (prob.), Archig. ap. Orib. 8.46.16 , Gp. 7.4.2 :— Pass. , ib. 2.7.4 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
pour from one vessel into another μετα-χέω, A. pour from one vessel into another, Dsc. 5.72 , J. AJ 9.4.2 (prob.), Archig. ap. Orib. 8.46.16 , Gp. 7.4.2 :— Pass. , ib. 2.7.4 .
succeed in time μετα-χρονέω, A. succeed in time, opp.πρωτοχρονεω , συγχρονέω, Diog. Oen. 26 .
happening afterwards μετα-χρόνιος,ον, poet.α,ον, (χρόνος) prop., A. = μετάχρονος ,happening afterwards, Tryph. 1 ; of an oraclepost eventum, Luc. Alex. 28 ;delayed, Gal. 19.522 . II. = μετέωρος ,h
out of date, anachronistic μετά-χρονος,ον, A. out of date, anachronistic,πράγματα μ. [ὀρχεῖσθαι] Luc. Salt. 80 .
μεθ-ύμνιον: τὸ μετὰ τὸν ὕμνον, ἢ ἡ μετὰ μέθης ᾠδή , Phot. μεθ-ύμνιον: τὸ μετὰ τὸν ὕμνον, ἢ ἡ μετὰ μέθης ᾠδή, Phot.
μέταζε , Adv. , ( μετά ) = μεταξύ , to be read in Hes. Op. 394 , cf. Hdn. Gr. 2.951 , Sch. Il. 3.29 , Sch.D.T. p.278 H.; but τὰ μέταζε: μετὰ ταῦτα, Δωριεῖς , Hsch. μέταζε,Adv., (μετά) A. = μεταξύ ,
ῥοιβδῳδέω , 3 sg. pres. ῥοιβδῳδεῖ , glossed μετὰ ῥοίζου σαλεύει, ᾀδεῖ (sic), Theognost. Can. 24 ; ῥοιβδῳδεῖ ( -ώδει cod.) : μετὰ ἤχου ᾄδει ( ἀηδεῖ cod.) ὡς οἱ ποιμένες , Hsch. < ῥο>ιδαμός: ὁ ἀσπάραγος
ἀελλησιθύμοις (prob. -μυθοις ) : ἀνυποστάτοις μετὰ παρρησίας , Hsch. , AB 348 . ἀελλησιθύμοις(prob.-μυθοις): ἀνυποστάτοις μετὰ παρρησίας, Hsch.,AB 348 .
ἀραβίδες: αἱ μετὰ κονιορτοῦ πνοαί, Hsch. ἀραβίδες: αἱ μετὰ κονιορτοῦ πνοαί, Hsch.
ἀρίδες: αἱ μετὰ κονιορτοῦ πνοαί, Hsch. ἀρίδες: αἱ μετὰ κονιορτοῦ πνοαί, Hsch.
ἀρνορ<κ>ίη: ὁ μετὰ τοῦ ἀρνὸς αἰρομένου γινόμενος ὅρκος, Hsch. ἀρνορ<κ>ίη: ὁ μετὰ τοῦ ἀρνὸς αἰρομένου γινόμενος ὅρκος, Hsch.
ἀστυλάζει: λυπεῖ μετὰ κλαυθμοῦ, Hsch. ἀστυλίς: φυτόν, ὅθεν ὁ ἰξός, Id. ἀστυλόν: τὸ τραχὺ ἱμάτιον, Id. ἀστυλάζει: λυπεῖ μετὰ κλαυθμοῦ, Hsch. ἀστυλίς: φυτόν, ὅθεν ὁ ἰξός,Id.ἀστυλόν: τὸ τραχὺ ἱμάτιον,I
γαγγαίνειν: τὸ μετὰ γέλωτος προσπαίζειν , Hsch. γαγγαίνειν: τὸ μετὰ γέλωτος προσπαίζειν, Hsch.
ἐκβιούζει (i.e. ἐκϝιύζει ) : θρηνεῖ μετὰ κραυγῆς, Hsch. ἐκβιούζει(i.e.ἐκϝιύζει): θρηνεῖ μετὰ κραυγῆς, Hsch.
ἐμβακανίτης: τὸ μετὰ τοῦ ταρίχους καὶ στέατος σκευαζόμενον βρῶμα , Hsch. ἐμβακανίτης: τὸ μετὰ τοῦ ταρίχους καὶ στέατος σκευαζόμενον βρῶμα, Hsch.
ἐμμηλάδας αἶγας: τὰς μετὰ τῶν προβάτων νεμομένας , Hsch. ἐμμηλάδας αἶγας: τὰς μετὰ τῶν προβάτων νεμομένας, Hsch.
ἐξαρτ-ηδόν ( ἐξαρτιδῶν cod.): μετὰ τοῦ ἐκκρεμάσθαι, Hsch. ἐξαρτ-ηδόν(ἐξαρτιδῶνcod.):μετὰ τοῦ ἐκκρεμάσθαι, Hsch.
ἐπανα-ρρύεται: μετὰ κρίσιν θύει, κρέα δίδωσιν, Hsch. ἐπανα-ρρύεται: μετὰ κρίσιν θύει, κρέα δίδωσιν, Hsch.
then ἐπειτα, adv. of sequence [in LXX: Num.19:10 A, Isa.16:2, 4Ma.6:3 * ;] thereupon, thereafter, then: Luk.16:7, Gal.1:21, Jas.4:14; before μετὰ τοῦτο, Jhn.11:7; μετὰ ἔτη τρία, Gal.1:18; διὰ δεκατε
κᾰμᾰτ-εύω , aor. ἐκαμάτευσε: μετὰ κακοπαθείας εἰργάσατο, καὶ ἔφυγεν , Id. κᾰμᾰτ-εύω,aor. ἐκαμάτευσε: μετὰ κακοπαθείας εἰργάσατο, καὶ ἔφυγεν, Id.
καψῐπήδαλος , ὁ , = ὁ μετὰ τῶν τὰ ἄλφιτα [ἐχόντων] καὶ μὴ διδόντων ἁλόμενος , Hsch. : καπηδάλους is corrupt in Eratosth. ap. EM 286.36 ; cf. ἐγκαψικίδαλος . καψῐπήδαλος,ὁ, A. = ὁ μετὰ τῶν τὰ ἄλφιτα
κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι , Hsch. κίναρχος: ἄψυχος , Id. κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι, Hsch. κίναρχος: ἄψυχος, Id.
μελίκακι: σκεύασμά τι βρωτὸν μετὰ τυροῦ , Hsch. μελίκακι: σκεύασμά τι βρωτὸν μετὰ τυροῦ, Hsch.
πε , reduced form (before initial τ ) of πετ̔ά̓, = μετά , IG 5(2).6.98 (Tegea, iv B. C. ), 262.16 (Mantinea, V B.C.). πε, reduced form (before initialτ) ofπετ̔ά̓, A. = μετά , IG 5(2).6.98 (Tegea,iv