Πύλος [ ῠ], ὁ and ἡ Pylos , ἐν Π. ἠγαθέῃ Il. 1.252 ; Πύλου ἱερῆς Od. 21.108 , cf. Pi. P. 5.70 , Ar. Eq. 1058 , Th. 4.39 , etc.; but Π. ἠμαθόεντος Il. 2.77 , al., Hes. Sc. 360 ; λέγεται καὶ θηλυκῶς καὶ
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
Πύλος [ ῠ], ὁ and ἡ Pylos , ἐν Π. ἠγαθέῃ Il. 1.252 ; Πύλου ἱερῆς Od. 21.108 , cf. Pi. P. 5.70 , Ar. Eq. 1058 , Th. 4.39 , etc.; but Π. ἠμαθόεντος Il. 2.77 , al., Hes. Sc. 360 ; λέγεται καὶ θηλυκῶς καὶ
tame, domesticate τῐθᾰσ-εύω, A. tame, domesticate,τὰ ἥμερα τρέφων καὶ τ. Pl. R. 589b ; τιθασεύοντες τὰ χρήσιμα τῶν ζῴων X. Mem. 4.3.10 :— Pass. , τ. ὁ ἐλέφας καὶ πειθαρχεῖ Arist. HA 610a29 , cf.
τῐθηνόκομον γένος: τοὺς Αἰθίοπας, ἐπεὶ μέλανες καὶ κομῆται ( μελανὶς καὶ κομήτις cod.), Hsch. : also τιθωνόκομον: ἔθνος μέλαν μὲν τὸ ὅλον σῶμα, λευκὸν δὲ τὰς κόμας , Id. τῐθηνόκομον γένος: τοὺς Αἰθίοπ
ὕπαιθρ-ος , ον , = foreg., [ κοίτη ] Hp. Acut. 45 ; ἱππεῖς καὶ στρατιῶται, i.e. encamped, opp. κάτοικοι, OGI 229.14 (Smyrna, iii B.C. ); ἔδοξεν Ἀθηναίων τοῖς τεταγμένοις ἐν Ἐλευσῖνι . . καὶ τοῖς ὑπαίθ
ὑσαλιβάτης: ὃ Σκύθαι ἀλίμματι χρῶνται στέατι μοσχείῳ καὶ αἰγείῳ Theognost. Can. 24 : cf. ὗς: ἀλείφαβοῦς: οἱ γὰρ Σκύθαι ἀλείματι χρῶνται ὑείῳ καὶ μοσχίῳ στέατι, Hsch. ὑσαλιβάτης: A. ὃ Σκύθαι ἀλίμματι
χῡ́μ-ωσις , εως , ἡ , a stage of πέψις, almost = χύλωσις, ἀποτυχία χυλοποιήσεως καὶ χυμώσεως καὶ τῆς τέψεως Steph. in Hp. 1.154D. χῡ́μ-ωσις,εως,ἡ, a stage ofπέψις,almost A. = χύλωσις, ἀποτυχία χυλοπ
ὠσχός , ὁ , in pl. ὠσχοί: τὰ νέα κλήματα σὺν αὐτοῖς τοῖς βότρυσιν, Hsch. , cf. AB 318 : sg., Aristodem. ap. Ath. 11.495f , cf. οἰσχός: κλῆμα βότρυας φέρον ὀργῶντας καὶ γενναίους, καὶ ὀσχοφόρια (v. sq.
not different ἀδιά-φορος,ον, A. not different, Arist. Rh. 1373a33 ; τοῖς ὁμοίοις καὶ ἀ. Id. Cael. 310b5 ;indistinguishable, ὅμοιον καὶ ἀ. Epicur. Nat. 15 G. 2. in Logic,ἀδιάφορα,τά ,individual o
guileless, honest ἄδολος,ον, A. guileless, honest, σοφία Pi. O. 7.53 ; in Att. esp. of treaties, ἄ. εἰράνα Ar. Lys. 169 ; σπονδαὶ ἄ. καὶ ἀβλαβεῖς Th. 5.18 .Adv., freq. in the phraseἀδόλως καὶ δ
unmixed, pure, ἀμῐγής,ές, (μίγνυμι) A. unmixed, pure, ἡδοναί Arist. EN 1173a23 ;ἀ. καὶ καθαρός,ofνοῦς, Id. Metaph. 989b15 ;τὰ ἐλάχιστα καὶ ἀ. πέρατα τῶν μηκῶν,of geometrical points, Epicur. Ep. 1
without sense ἀναίσθ-ητος,ον, A. without senseorfeeling,Thrasymach. 1 , Pl. Ti. 75e ;ἀ. τινός without sense ofa thing, Id. Lg. 843a ; ἀ. καὶ νεκρός Men. 705 ; ἀ. ψαύσιος καὶ τρώσιος Aret. SD 2.12
not to be trusted, ἄπιστος,ον, I. Pass. ,not to be trusted,and so: 1. of persons and their acts,not trusty, faithless, ὑπερφίαλοι καὶ ἄ. Il. 3.106 ; θεοῖσίν τ' ἐχθρὲ καὶ ἀνθρώποισιν ἄπιστε Thgn
unpleasing, joyless, ἀτερπ-ής,ές, A. unpleasing, joyless, λιμός Il. 19.354 ; of the nether world, νέκυας καὶ ἀτερπέα χῶρον Od. 11.94 , etc.;πέτρῃς . . καὶ ἀτερπέῑ χώρῳ,of a rocky shore, 7.279 ;
giving, δόσις,εως,ἡ, (δίδωμι) A. giving, φαρμάκου Antipho 1.18 ; χρημάτων Hdt. 1.61 ; μισθοῦ Th. 1.143 ; opp.αἴτησις, Pl. Euthphr. 14d ; δ. χρημάτων καὶ λῆψις Arist. EN 1107b8 ; λήψεις καὶ
female slave δοῦλος __A, Cretan dialect δῶλος [[ “Leg.Gort.” 1.1, +others] Refs], ὁ:—properly born bondman or slave, opposed to one made a slave, τὰ ἀνδράποδα πάντα καὶ δοῦλα καὶ ἐλεύθερα [[ 5th c.BC
slave δοῦλος __A, Cretan dialect δῶλος [[ “Leg.Gort.” 1.1, +others] Refs], ὁ:—properly born bondman or slave, opposed to one made a slave, τὰ ἀνδράποδα πάντα καὶ δοῦλα καὶ ἐλεύθερα [[ 5th c.BC: Thucy
born bondman δοῦλος(A), Cret.δῶλος Leg.Gort. 1.1 , al.,ὁ:—prop. A. born bondmanorslave,opp.one made a slave, τὰ ἀνδράποδα πάντα καὶ δοῦλα καὶ ἐλεύθερα Th. 8.28 , cf. E. IA 330 : then, generally,b
slave δοῦλος __A, Cretan dialect δῶλος [[ “Leg.Gort.” 1.1, +others] Refs], ὁ:—properly born bondman or slave, opposed to one made a slave, τὰ ἀνδράποδα πάντα καὶ δοῦλα καὶ ἐλεύθερα [[ 5th c.BC: Thucy
sailing in εἴσπλοος, contr. εἰσόπτρ-πλους,ὁ, A. sailing inof ships, βιάσασθαι τὸν ἔς. Th. 7.22 , cf. 24 (pl.), X. HG 2.2.9 . 2. right of entry, εἶναι αὐτῷ εἴ. καὶ ἔκπλουν αὐτοῖς εἶναι καὶ ἐν πολ
with blood in one ἔναιμ-ος,ον, A. with blood in one,θεοὶ ἔ. καὶ σαρκώδεις offlesh andblood, Hdt. 3.29 ;charged with blood, opp. ἄναιμος, ἔναιμον καὶ πυκνόν, οἷον ἧπαρ Hp. VM 22 ; πλεύμων Arist. PA
hold back, detain κατερῡ́κ-ω, A. hold back, detain, μάλα δή σε καὶ ἐσσύμενον κατερύκω Il. 6.518 ; κ. καὶ ἔσχεθεν ἱεμένω περ Od. 4.284 , cf. 1.315 , 15.73 ; μηδένα . . ἀέκοντα μένειν κατέρυκε Thg
κἀτέρωτᾰ , Aeol. crasis for καὶ ἀτέρωτα ( ετερωτα cod. A.D. Adv. 194.5 ), = καὶ ἄλλοτε , Sapph. 1.5 , Hsch. s.v. κἀτέρωτα . κἀτέρωτᾰ, Aeol. crasis forκαὶ ἀτέρωτα(ετερωταcod. A.D. Adv. 194.5 ), A. =
satiety, surfeit κόρος(A),ὁ, A. satiety, surfeit, αἶψά τε φυλόπιδος πέλεται κ. ἀνθρώποισιν Il. 19.221 ; αἰψηρὸς δὲ κ. κρυεροῖο γόοιο Od. 4.103 ; πάντων μὲν κ. ἐστί, καὶ ὕπνου καὶ φιλότητος Il. 1
living alone, solitary μονό-τροπος,ον, A. living alone, solitary, νεανίας E. Andr. 281 (lyr.), cf. LXX Ps. 67(68).6 : title of plays by Phrynichus, Anaxilas, and Ophelio; ἄφιλοι καὶ ἄμικτοι καὶ μ.