persuasion, confidence πεῖσμα(B),ατος,τό , ̔πείθὠ) A. persuasion, confidence,μετὰ βεβαίου π. S.E. P. 1.18 , cf. Arr. Epict. 2.20.26 (pl.), Porph. Abst. 2.37 ;μετὰ πείσματος τεθαρρηκότος confidently,
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
persuasion, confidence πεῖσμα(B),ατος,τό , ̔πείθὠ) A. persuasion, confidence,μετὰ βεβαίου π. S.E. P. 1.18 , cf. Arr. Epict. 2.20.26 (pl.), Porph. Abst. 2.37 ;μετὰ πείσματος τεθαρρηκότος confidently,
go round περιπολ-έω, A. go roundorabout, wander about, S. OT 1254 ; καθ; Ἑλλάδα E. IT 84 , 1455 ; μετά τινος Pl. Phdr. 252c ; ἡ στρατιὰ ἡ μετὰ βασιλέως περιπολοῦσα Isoc. 4.145 ; of the sun or s
πῠρι-κρότᾰφος: ὁ μετὰ πυρὸς κεκροτημένος σίδηρος , Hsch. πῠρι-κρότᾰφος: ὁ μετὰ πυρὸς κεκροτημένος σίδηρος, Hsch.
σπόρθυγγες: αἱ συνεστραμμέναι μετὰ ῥύπου τρίχες , Hsch. σπορθύγγια: τρίβολα, τὰ διαχωρήματα τῶν αἰγῶν, ἅ τινες σπυράδας καλοῦσιν , Id. σπόρθυγγες: αἱ συνεστραμμέναι μετὰ ῥύπου τρίχες, Hsch. σπορθύγγι
living with, companionship συμβῐ́-ωσις,εως,ἡ, A. living with, companionship, Plb. 5.81.2 , etc.; μετά τινος Id. 31.25.10 ; μετὰ φίλων Phld. Ir. p.78 W.; ς. θεοῦ ἔχειν LXX Wi. 8.3 ; ofwedded lif
συνανα-φῡράω , = sq., τι μετά τινος Dsc. 1.55 . συνανα-φῡράω,=sq., A. τι μετά τινος Dsc. 1.55 .
φάγαινα [φᾰ] , ἡ , = ἡ μετὰ τὰς νόσους πολυφαγία , Ammon. Diff. p.136V. = φαγέδαινα 1.1 , Hsch. φάγαινα [φᾰ],ἡ, A. = ἡ μετὰ τὰς νόσους πολυφαγία , Ammon. Diff. p.136V. II. = φαγέδαινα 1.1 , Hsch.
χαραμβαλιαστύς: γέλως ὁ μετὰ παιδιᾶς, Hsch. (post χρᾷν ); leg. κραμ- , q.v. χαραμβαλιαστύς: γέλως ὁ μετὰ παιδιᾶς, Hsch. (postχρᾷν); leg.κραμ-, q.v.
ψέφω , in 3 sg. ψέφει: δέδοικεν, ἐντρέπει, λυπεῖ, φροντίζει, Hsch. : cf. μετα-ψέφω; also prob. ἐπί-σσοφος. ψέφω, in3 sg. ψέφει: δέδοικεν, ἐντρέπει, λυπεῖ, φροντίζει, Hsch. : cf.μετα-ψέφω;also prob.ἐπ
boldness παρρησία, -ας, ἡ (πᾶς + ῥῆσις, speech) [in LXX; Lev.26:13 (μετὰ π., קוֺמְמִיּוּת קוֹמְמִיּוּת), Pro.1:20 10:10, Wis.5:1, al. ;] __1. freedom of speech, plainness, openness, freedom in speak
ἱλᾰρ-ία , ἡ , ̔ἱλαρός̓ = ἱλαρότης , Herod.Med. ap. Orib. 5.27.20 , Vett.Val. 3.27 , PFlor. 391.43 (iii A.D.) , dub. in Luc. Am. 17 ; μετὰ πάσης χαρᾶς καὶ ἱλαρίας Sammelb. 991 (iii A.D.) . pet name for
count κατᾰριθμ-έω, A. countorreckon among, μετά τινων E. Tr. 872 ( Pass. ); ἔν τισι Pl. Plt. 266a , cf. D.S. 4.85 , Plu. Sol. 12 ;εἰς εὐδαιμονίαν κ.reckonas . . , Ath. 1.9d : c. dupl. acc., Pl. S
λατραβιάζειν: ἐσπουδασμένως καὶ ἀσήμως λαλεῖν , Hsch. ; cf. λατράζειν: βαρβαρίζειν , Id. λατραβός , = λαμυρός , and λατραβία ( λατραπία cod.), = λαμυρία μετὰ ἐρυθριάσεως , Id.:—also λατραβῶν: ἀλαζονευ
λώλεσσαν , v. λώεσσαν . λῶλον: βρῶμα ἐκ γιγάρτων καὶ σύκων γενόμενον, παιδίοις πεφωσμένον , Hsch. λωλώ: ὅταν σῦκα μετὰ γιγάρτων φωσθῇ , Id. λώλεσσαν, A. v. λώεσσαν .λῶλον: βρῶμα ἐκ γιγάρτων καὶ σύκω
in the midst μεταξύ(late formμετοξύ PLond. 2.177.11 (i A.D.), etc.),Adv., (μετά, ξύν) prop. A. in the midst: hence, I. asAdv., 1. of Place,betwixt, between, once in Hom. , Il. 1.156 , cf. h.Merc.
to change μετα στρέφω [in LXX chiefly for הָפַךְ ;] to turn about, turn, change: pass., Act.2:20 (LXX), Jas.4:9 (WH, txt., μετατρέπω, which see); in evil sense, to pervert, corrupt (cf. primary sens
overthrow μετατρέπω, Aeol. πεδατρέπω Alc. Supp. 28.10 :— A. overthrow, l.c. 2. turn backoraway,μοῖραν -τρᾰπεῖν(aor. 2 inf.) Pi. Fr. 177 ; μετὰ δ' ὑμέας ἔτραπεν αἶσα A.R. 3.261 ; οὐ μετέτρεψέ σε
πευκάλῐμος [ ᾰ], η , ον , Ep. word used by Hom. only in phrase φρεσὶ πευκαλίμῃσι Il. 8.366 , 14.165 , 15.81 , 20.35 ; μετὰ φρεσὶ π . Hes. Fr. 170 ; πραπίδεσσιν ἀρηρότα πευκαλίμῃσιν Orac. ap. D.L. 1.30
join in bringing back συγκαθ-ίστημι, A. join in bringing back,τὸν στόλον μετὰ τῶν ἄλλων τριηράρχωνTest. ap. D. 21.168 , cf. PSI 6.602.8 (iii B.C.). 2. join in setting uporestablishing, esp. ofsetti
habitual intercourse, acquaintance, intimacy συνήθεια,ἡ, A. habitual intercourse, acquaintance, intimacy,αἱ πρὸς ἀλλήλους ς. Isoc. 1.1 ; διατριβαὶ καὶ -θειαι μετά τινων Aeschin. 2.23 ;ἡ τῶν φίλων ς
hearing, sound heard ἀκοή,ἡ, Ep. ἀκουή:(ἀκοϝ, cf.ἀκούω):— A. hearing, sound heard, ἕκαθεν δέ τε γίγνετ' ἀ. Il. 16.634 . 2. thing heard, tidings,μετὰ πατρὸς ἀκουὴν ἱκέσθαι, βῆναι, Od. 2.308 , 4.70
follow ἀκολουθ-έω, A. followone,go afterorwithhim, freq. of soldiers and slaves:—mostly c. dat. pers., Ar. Pl. 19 , etc.; ἀ. τῷ ἡγουμένῳ Pl. R. 474c ; with Preps., ἀ. μετά τινος Th. 7.57 , Pl. La
immovable ἀ-μετα-κίνητος, -ον (μετακινέω), immovable, firm: 1Co.15:58.† (AS)
unmentioned, ἀμνημόνευτος,ον, A. unmentioned, Plb. 2.35.4 , Plu. Cam. 29 ; τὸ μετὰ τὴν ζωὴν ἀ. Phld. Mort. 36 ;impossible to be remembered, Gal. 8.856 ; ἐξ ἀ. χρόνου POxy. 1915 (vi A. D.);unhee