plait in with the rest, συνεπι-πλέκω, A. plait in with the rest, AP 4.2.13 ( Phil. ). II. Pass. , metaph., τῇ ἀλόγῳ ψυχῇ τοῦ θηρίου -πλέκεται ἡ λογικὴ ἡ τοῦ ἀνθρώπου Herm. in Phdr. p.153A.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
plait in with the rest, συνεπι-πλέκω, A. plait in with the rest, AP 4.2.13 ( Phil. ). II. Pass. , metaph., τῇ ἀλόγῳ ψυχῇ τοῦ θηρίου -πλέκεται ἡ λογικὴ ἡ τοῦ ἀνθρώπου Herm. in Phdr. p.153A.
turn at the same time συνεπι-στρέφω, A. turn at the same time, τοῦ ἀτράκτου τὴν περιφοράν Pl. R. 617c :— Pass. , -ομένου τοῦ ἄξονος Heliod. ap. Orib. 49.9.27 ; of one being massaged, Gal. 6.177 .
συνίσσεις: ἀντὶ τοῦ συγκλείεις , Hsch. (fort. συνίλλεις ). συνίσσεις: ἀντὶ τοῦ συγκλείεις, Hsch. (fort.συνίλλεις).
συντέλεσ-ις , εως , ἡ , = foreg., τοῦ ναοῦ SIG 282 11 7 (Priene, iv B.C. ); τῶν τειχῶν v.l. in Plb. 22.7.6 . συντέλεσ-ις,εως,ἡ,=foreg., A. τοῦ ναοῦ SIG 282 11 7 (Priene,iv B.C.);τῶν τειχῶν v.l. i
σφηρός: τὸ τοῦ ἱματίου σημεῖον , Hsch. (between σφραγίς and σφριαί : perh. for σφρηγίς , cf. σφραγίς 11.2 ). σφηρός: τὸ τοῦ ἱματίου σημεῖον, Hsch. (betweenσφραγίςandσφριαί: perh. forσφρηγίς, cf. A.
σχενδυλόληπτοι: ἐσχενδυλῆσθαι ἔλεγον τοὺς ἐν τοῦς ταύροις (sic) ἀπὸ τοῦ χαλκευτικοῦ ὀργάνου, ὃ σχενδύλη λέγεται , Hsch. σχενδυλόληπτοι: ἐσχενδυλῆσθαι ἔλεγον τοὺς ἐν τοῦς ταύροις(sic)ἀπὸ τοῦ χαλκευτικο
τέρνακα: τῆς κάκτου τοῦ φυτοῦ καυλός , Hsch. τέρνακα: τῆς κάκτου τοῦ φυτοῦ καυλός, Hsch.
strengthening, bracing, τόν-ωσις,εως,ἡ, A. strengthening, bracing, Aret. CD 1.3 ; τοῦ βρέφους Sor. 1.95 ;τοῦ πνεύματοςib. 108 ;activity, force, Ruf. ap. Orib. 8.24.19 : abs.,'tone', Apollon. ap.
τρῐ-θαλλίαι: μεγάλως τοῦ θάλλειν αἰτίαι, Hsch. τρῐ-θαλλίαι: μεγάλως τοῦ θάλλειν αἰτίαι, Hsch.
τρῐαινατῆρες: ἀντὶ τοῦ ἀροτριοῦντος, Hsch. τρῐαινατῆρες: ἀντὶ τοῦ ἀροτριοῦντος, Hsch.
τριτοπηλίς: σκορόδων δέσμη, ἀπὸ τοῦ πεπιλῆσθαι καὶ συνεστράφθαι, Hsch. (v. τρόπαλις ). τριτοπηλίς: σκορόδων δέσμη, ἀπὸ τοῦ πεπιλῆσθαι καὶ συνεστράφθαι, Hsch. (v.τρόπαλις).
felles oculi, Gloss.; ὑὰς ἡ τοῦ ὀφθαλμοῦ, = A. felles oculi, Gloss.; ὑ. ἡ τοῦ ὀμφαλοῦ, = felles umbilici,ib. (dub. sens.). II. v. Ὑάδες.
bubble ὑπερβλύζω, A. bubbleorgush over, overflow, χολὴ ὑπερβλύσασα Hp. Ep. 23 , cf. Q.S. 5.324 ; τὸ -ύζον τοῦ νάματος Ph. 1.174 ; ἐκ πηγῆς D.Chr. 12.70 ; τοῦ βόθρου Philostr. VA 3.14 ;τῆς φι
appear, show oneself over ὑπερφαίνομαι, Pass. , A. appear, show oneself overorabove, τοῦ λόφου Th. 4.93 ;τοῦ ποταμοῦ,i.e. on its bank, Plu. Pyrrh. 16 , cf. Arist. HA 550b3 , Euph. 44 : also c. acc
ὑποκρουσταλίς: εἶδος τοῦ λίνου σπέρματος, Hsch. ὑποκρουσταλίς: εἶδος τοῦ λίνου σπέρματος, Hsch.
a raising high, ὕψ-ωσις,εως,ἡ, A. a raising high, τοῦ βραχίονος Gal. 18(1).324 , cf. 18(2).472 . 2. hill, eminence, Str. 7.5.10 (pl.). II. metaph.,exalting, glorifying, αἱ ὑ. τοῦ Θεοῦ LXX Ps.
φελλίνας: κοῦφος, ἀπὸ τοῦ φελλοῦ, Hsch. :—pl. φελλῖναι (fort. φελλίναι ) as name of a kind of water-fowl, Dionys. Av. 3.23 . φελλίνας: κοῦφος, ἀπὸ τοῦ φελλοῦ, Hsch. :—pl.φελλῖναι(fort.φελλίναι) as na
φενᾱ́κ-ισμα , ατος , τό , = sq., Hsch. s.v. πηληκίσματα : τὰ περὶ τοῦ ἀγαθοῦ φ. Socr. Ep. 36 . φενᾱ́κ-ισμα,ατος,τό,=sq., Hsch. A. s.v. πηληκίσματα : τὰ περὶ τοῦ ἀγαθοῦ φ. Socr. Ep. 36 .
φοινῑκό-στολος , ον , epith. of ἔγχεα, i.e. ἔγχεα τοῦ τῶν Φοινίκων στόλου, Id. N. 9.28 . φοινῑκό-στολος,ον, epith. ofἔγχεα,i.e.ἔγχεα τοῦ τῶν Φοινίκων στόλου, Id. N. 9.28 .
φορί: τὸν ὑπὲρ τοῦ ἀγροῦ σῖτον, Hsch. (cf. φορικός ). φορί: τὸν ὑπὲρ τοῦ ἀγροῦ σῖτον, Hsch. (cf.φορικός).
illuminating, φωτ-ιστικός,ή,όν, A. illuminating, Ascl. in Metaph. 323.11 , Sch. E. Hipp. 192 ; φ. δύναμις τοῦ ἡλίον Ammon. in Int. 133.2 , cf. Dam. Pr. 96 ; τὸ φ. τοῦ πυρός Eustr. in EN 117.7 .A
χείρ-ιξις , λος , ἡ , = χειρισμός 1 , Hp. Fract. 7 . administration, τοῦ ἀργυρίου IG 9(1).694.66 (Corc., ii B.C. ). χείρ-ιξις,λος,ἡ, A. = χειρισμός 1 , Hp. Fract. 7 . II. administration, τοῦ ἀργυ
χιδά: φρικτή, Hsch. χίδαδον: τὸ παιδίον, Id. (leg. χίδαλον: ἀντὶ τοῦ <κίδαλον>: τὸ αἰδοῖον ). χιδά: φρικτή, Hsch. χίδαδον: τὸ παιδίον,Id. (leg.χίδαλον: ἀντὶ τοῦ <κίδαλον>: τὸ αἰδοῖον).
χίδαι: ἀντὶ τοῦ < . . > (Cret.), Id. χιδαλέον: τυφλόν, ἄγαμον, πεφρικός, Id. χιδᾶν: χ<ε> ιμάζεσθαι , δειλιᾶν, Id. χίδηλος , etym. of κίβδηλος, Eust. 1462.43 . χίδαι: ἀντὶ τοῦ< . . > (Cret.), Id.χιδαλέ