κατάμεστ-ος , ον , strengthd. for μεστός , gloss on κατάπαστος , Sch. Ar. Eq. 500 . κατάμεστ-ος,ον, strengthd. forμεστός, A. gloss on κατάπαστος , Sch. Ar. Eq. 500 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κατάμεστ-ος , ον , strengthd. for μεστός , gloss on κατάπαστος , Sch. Ar. Eq. 500 . κατάμεστ-ος,ον, strengthd. forμεστός, A. gloss on κατάπαστος , Sch. Ar. Eq. 500 .
κάταντλ-ος , ον , = ὑπέραντλος , Poll. 1.113 . κάταντλ-ος,ον, A. = ὑπέραντλος , Poll. 1.113 .
κατάξῠλ-ος , ον , gloss on ἄξυλος , Sch.D Il. 11.155 . κατάξῠλ-ος,ον, A. gloss on ἄξυλος , Sch.D Il. 11.155 .
κατάορος [ ἁ ], ον , Dor. for κατήορος , E. Tr. 1090 (lyr., s. v.l.); cf. καταορᾷ: καταντεῖ , Hsch. κατάορος[ἁ],ον, Dor. forκατήορος, E. Tr. 1090 (lyr., s. v.l.); cf.καταορᾷ: καταντεῖ, Hsch.
κατάπρωκτος , ον , = καταπύγων , dub. l. in Ar. Ec. 364 . κατάπρωκτος,ον, A. = καταπύγων , dub. l. in Ar. Ec. 364 .
to be spat upon, abominable κατάπτυστος,ον, alsoη,ον Anacr. 152 ; A. to be spat upon, abominable, Anacr. l.c., A. Ch. 632 (lyr.), Eu. 68 ; ὦ κ. κάρα E. Tr. 1024 : also in Com. and Prose, Anaxil. 2
κατάπῡγ-ος , ον , = καταπύγων (q. v.), Hsch. , Phot. , prob. in Gerhard Phoinix p.7 (cf. p.153 ): Comp. -ότερος Sophr. 63 : Sup. -ότατος Epigr.Gr. 1131 . κατάπῡγ-ος,ον, A. = καταπύγων (q. v.), Hsch.
καταρρο-ϊστικός , ή , όν , = foreg. 11 , cj. ib. 929b27 ( -ιτικοί, -ητικοί codd.). καταρρο-ϊστικός,ή,όν,=foreg. 11 , cj. ib. 929b27 (-ιτικοί, -ητικοίcodd.).
καταρυβδήσας , v. καταρροιβδέω . κατάρῠτος , ον , = κατάρρυτος (q.v.). καταρυβδήσας, A. v. καταρροιβδέω .κατάρῠτος,ον, = κατάρρυτος (q.v.).
κατάσῑμος , ον , = σιμός , Gloss. κατάσῑμος,ον, A. = σιμός ,Gloss.
κατάσκεπος , ον , v. κατάσκοπος 11 . κατάσκεπος,ον, A. v. κατάσκοπος 11 .
κατάφαρκτος , ον , = κατάφρακτος (q.v.). κατάφαρκτος,ον, A. = κατάφρακτος (q.v.).
subterranean καταχθόν-ιος,ον, alsoη,ον A.R. 4.1413 :— A. subterranean,Ζεὺς καταχθόνιος, i.e. Pluto, Il. 9.457 (butΖεὺς κ.,= Veiouis, D.H. 2.10 ); of Pluto, Demeter, Persephone, and the Erinyes, IG 3
subterranean καταχθόν-ιος, ον, also η, ον [[ 3rd c.BC: Apollonius Rhodius Epicus 4.1413 ] Refs 3rd c.BC+]:— subterranean, Ζεὺς καταχθόνιος, i.e. Pluto, [[ 8th c.BC: Ilias Homerus Epicus “Illiad” 9.45
κατεπ-άλληλος , ον , = ἐπάλληλος, κίνησις dub.l. in Sch. A.R. 3.1018 . κατεπ-άλληλος,ον, A. = ἐπάλληλος, κίνησις dub.l. inSch.A.R. 3.1018 .
κατηγάθεος [ γᾰ], ον , strengthd. for ἠγ -, epith. of Zeus, Antioch. Astr.in Cat.Cod.Astr. 1.109 . κατηγάθεος[γᾰ],ον , strengthd. forἠγ-, epith. of Zeus, Antioch. Astr.in Cat.Cod.Astr. 1.109 .
κατηγορ-ητικός , ή , όν , = κατηγορικός 1 , Arist. Rh.Al. 1421b10 codd. (leg. κατηγορικόν as in 1426b22 , 25 = PHib. 1.26.295 , 297 ). κατηγορ-ητικός,ή,όν, A. = κατηγορικός 1 , Arist. Rh.Al. 1421b1
κατοικ-ητήριος , α , ον , = κατοικίδιος, ὄρνεις Sor. 1.51 . κατοικ-ητήριος,α,ον, A. = κατοικίδιος, ὄρνεις Sor. 1.51 .
κατόμβρ-ιος , ον , = foreg., dub. l. in Ph. 2.515 . κατόμβρ-ιος,ον,=foreg., dub. l. in Ph. 2.515 .
κατοχ-ωτικός , ή , όν , f.l. in Ph. 1.509 , 511 (leg. κατοκωχή τε καὶ μανία ). κατοχ-ωτικός,ή,όν,f.l. in Ph. 1.509 , 511 (leg.κατοκωχή τε καὶ μανία).
κατώρροπος , ον , = κατάρροπος , Olymp. in Phd. p.244 N. κατώρροπος,ον, A. = κατάρροπος , Olymp. in Phd. p.244 N.
καυ-τός , ή , όν , v. καυστός . καυ-τός,ή,όν, A. v. καυστός .
καῦδος or κατώφερ-ον , ἐπιμελητὴς καύδου dub.sens.in BSA 26.166 (Sparta, ii A.D. ). καῦδοςorκατώφερ-ον,ἐπιμελητὴς καύδουdub.sens.in BSA 26.166 (Sparta,ii A.D.).
καῦρος (on the accent, v. Hdn.Gr. 1.193 ), α , ον , = κακός , S. Fr. 1059 . καῦρος(on the accent,v.Hdn.Gr. 1.193 ),α,ον, A. = κακός , S. Fr. 1059 .