ῥῑ́π-ημα , ατος , τό , = foreg., Hsch. s.v. ἐν ἀτόμῳ . ῥῑ́π-ημα,ατος,τό,=foreg., Hsch. A. s.v. ἐν ἀτόμῳ .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
ῥῑ́π-ημα , ατος , τό , = foreg., Hsch. s.v. ἐν ἀτόμῳ . ῥῑ́π-ημα,ατος,τό,=foreg., Hsch. A. s.v. ἐν ἀτόμῳ .
ῥῠπό-εις , εσσα , εν , = ῥυπαρός , Nic. Al. 470 ; ὄλπη AP 6.293 ( Leon. ); πίνος ib. 11.158 (Antip.). ῥῠπό-εις,εσσα,εν, A. = ῥυπαρός , Nic. Al. 470 ; ὄλπη AP 6.293 ( Leon. );πίνοςib. 11.158 (Antip
σάκταρον: τοῦτο ἐμφερές ἐστι κόμμει, γεννώμενον ἐν τῇ Ἰνδικῇ, διαλυτικόν , Hsch. σάκταρον: τοῦτο ἐμφερές ἐστι κόμμει, γεννώμενον ἐν τῇ Ἰνδικῇ, διαλυτικόν, Hsch.
σαργάν-ιον , τό ,= foreg., ἀχύρου ς. ἕν PLips. 21.18 (iv A.D.) . σαργάν-ιον,τό,= foreg., A. ἀχύρου ς. ἕν PLips. 21.18 (iv A.D.).
σῐδηρ-εόεις , εσσα , εν ,= sq., βρόχοι Epic.Alex.Adesp. 9 ix 12 . σῐδηρ-εόεις,εσσα,εν,= sq., A. βρόχοι Epic.Alex.Adesp. 9 ix 12 .
σῐδηρ-ήεις , εσσα , εν , poet. for σιδήρεος , Nic. Al. 51 , Man. 1.313 . σῐδηρ-ήεις,εσσα,εν, poet. forσιδήρεος, Nic. Al. 51 , Man. 1.313 .
σῐδηρό-εις , εσσα , εν , gloss on μελάνδετος , EM 551.40 . σῐδηρό-εις,εσσα,εν, A. gloss on μελάνδετος , EM 551.40 .
dug: that may be dug σκαπτός,ή,όν, (σκάπτω) A. dug: that may be dug:—Σκαπτὴ Ὕληa district in Thrace, named after a forest, ἐκ Σκαπτῆς Γ̔́λης Hdt. 6.46 ; ἐν τῇ Σ. Γ̔́λῃ Plu. Cim. 4 ;ἐν Σ. Γ̔́. Mar
σκῐάεις [ ᾰ], εσσα , εν ,= σκιόεις , Hdn.Gr. 1.239 : contr. σκιᾶς, ᾶντος , Id. 2.618 . σκῐάεις[ᾰ],εσσα,εν ,=σκιόεις, Hdn.Gr. 1.239 : contr. σκιᾶς,ᾶντος , Id. 2.618 .
σκιώδιον , perh. neut. of σκιώδιος , α , ον ,= foreg. 2 , στρῶμα ς. ἕν Sammelb. 7033.38 (v A.D.) . σκιώδιον, perh. neut. ofσκιώδιος,α,ον,= foreg. 2 , A. στρῶμα ς. ἕν Sammelb. 7033.38 (v A.D.).
σκλῆρος: νόσημά τι ἀραχνίδων ἐν τοῖς σμήνεσι, πρὸς τὸ σήπεσθαι τὰ κηρία , Hsch. σκλῆρος: νόσημά τι ἀραχνίδων ἐν τοῖς σμήνεσι, πρὸς τὸ σήπεσθαι τὰ κηρία, Hsch.
σπάργ-ω , only in Ep. aor. 1 ,= σπαργανόω, σπάρξαν ἐν φάρεϊ λευκῷ h.Ap. 121 . σπάργ-ω, only in Ep. aor. 1,= A. σπαργανόω, σπάρξαν ἐν φάρεϊ λευκῷ h.Ap. 121 .
cavern, grotto σπέος, Ep. σπεῖος,τό, Ep. Noun (also in Inscr.Cypr. 98 H.), A. cavern, grotto, Od. 5.57 , etc.; ὑπὸ ς. ἤλασε μῆλα Il. 4.279 ; [ Κύκλωπες] οἴκεον ἐν σπήεσσι Od. 9.400 ;ἐν σπέσσι γλ
στεμμᾰτ-ιαῖον: δίκηλόν τι ἐν ἑορτῇ πομπέων δαίμονος , Hsch. ; defined as μίμημα σχεδιῶν, αἷς ἔπλευσαν οἱ Ἡρακλεῖδαι τὸν μεταξὺ τῶν Ῥίων τόπον , AB 305 . στεμμᾰτ-ιαῖον: δίκηλόν τι ἐν ἑορτῇ πομπέων δαίμ
στροιβᾶν: ἀντιστρέφειν , Hsch. στροίβηλος: ἔπαρμα πληγῆς ἐν κεφαλῇ , Id. στροιβός: δεινός , Id. (fort. δῖνος ). στροιβᾶν: ἀντιστρέφειν, Hsch. στροίβηλος: ἔπαρμα πληγῆς ἐν κεφαλῇ, Id.στροιβός: δεινός,
στρύμοξ: ξύλον μεμηχανημένον ἐν ταῖς ληνοῖς πρὸς τὴν τῶν σταφυλῶν ἔκθλιψιν , Hsch. στρύμοξ: ξύλον μεμηχανημένον ἐν ταῖς ληνοῖς πρὸς τὴν τῶν σταφυλῶν ἔκθλιψιν, Hsch.
στρωμνάομαι , in pf. part. ἐστρωμνημένος: ὁ ἐν τῇ στρωμνῇ μένων , Phot. στρωμνάομαι, inpf. part. ἐστρωμνημένος: ὁ ἐν τῇ στρωμνῇ μένων, Phot.
στῠφόεις , εσσα , εν ,= στυπτικός , v.l. in Nic. Al. 375 (v. Sch. l.c.); cf. στύφω . στῠφόεις,εσσα,εν,=στυπτικός,v.l. in Nic. Al. 375 (v. Sch. l.c.); cf.στύφω.
σύαγχος [ ῠ]: ῥίζα, ἐν ᾗ οἱ σῦς θηρεύονται , Hsch. συαγών , v. σιαγών . σύαγχος[ῠ]: ῥίζα, ἐν ᾗ οἱ σῦς θηρεύονται, Hsch. συαγών, A. v. σιαγών .
σῡβρι-ασμός , ὁ ,= ἡ ἐν εὐωχίᾳ θόρυβος , Id.; hence restd. for σῡβᾰρισμός ( v.l. συβαριασμός ) in Phryn.Com. 64 . σῡβρι-ασμός,ὁ,=ἡ ἐν εὐωχίᾳ θόρυβος, Id.; hence restd. forσῡβᾰρισμός( A. v.l. συβαρια
concord συμφων-ία,ἡ, A. concordorunison of sound, τὴν ἐν τῇ ᾠδῇ ἁρμονίαν, ἢ δὴ ς. καλεῖται Pl. Cra. 405d ; ἡ γὰρ ἁρμονία ς. ἐστί, ς. δὲ ὁμολογία τις Id. Smp. 187b , cf. R. 430e ; λόγος ἀριθμῶν ἐν
knead συνανα-φύρω [ῡ], A. kneadormix up together, τινὰ μετά τινος PHolm. 26.39 :— Pass. , Gal. 15.577 : also,wallow together, ἐν τῷ πηλῷ Luc. Anach. 1 ; ς. ἐν καπηλείοις μεθ' ἑταιρῶν Ath. 13.567
συνείργνῡμι , = συνέργω , Plu. Rom. 5 :— Pass. , ἐς θάλαμον Id. Alex. 2 ; ἐν δεσμῷ Id. 2.493d , cf. Crass. 8 . συνείργνῡμι, A. = συνέργω , Plu. Rom. 5 :— Pass. , ἐς θάλαμον Id. Alex. 2 ; ἐν δεσμῷ
σφηκαλέων , οντος , ὁ , 'lion-wasp', a kind of insect, ς. τοὺς ἐν τῇ ἀράχνῃ PMag.Leid.W. 8.8 ( σφυη- , but υ erased). σφηκαλέων,οντος,ὁ, 'lion-wasp', a kind of insect, A. ς. τοὺς ἐν τῇ ἀράχνῃ PMag.