wrestling πάλη [ᾰ](A),ἡ, A. wrestling, Il. 23.635 ; ἢ πὺξ ἠὲ πάλῃ ἢ καὶ ποσίν Od. 8.206 : κρατέων πάλα Pi. O. 8.20 ; νικᾶν πυγμὴν καὶ π. E. Alc. 1031 . cf. Hp. Acut.(Sp.) 62 , Th. 1.6 , Pl. Lg
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
wrestling πάλη [ᾰ](A),ἡ, A. wrestling, Il. 23.635 ; ἢ πὺξ ἠὲ πάλῃ ἢ καὶ ποσίν Od. 8.206 : κρατέων πάλα Pi. O. 8.20 ; νικᾶν πυγμὴν καὶ π. E. Alc. 1031 . cf. Hp. Acut.(Sp.) 62 , Th. 1.6 , Pl. Lg
reversed πᾰλίμ-βολος,ον, A. reversed,γνώμηSch. Ar. Nu. 298 : hence,untrustworthy, unstable,ἤθη π. καὶ ἄπιστα Pl. Lg. 705a , cf. D.Chr. 31.37 , Aristaenet. 1.28 ;δολερὸς καὶ π. Plu. Crass. 21 ;τὸ π
place where national festivals are held πᾰνηγῠρ-ιστήριον,τό, A. place where national festivals are held, ἐν τοῖς κοινοῖς τῆς Ἑλλάδος π., Ὀλυμπίασι καὶ Ἰσθμοῖ καὶ Νεμέᾳ IG 5(2).517.16 (Lycosura,i/ii
strike falsely, counterfeit παρα-κόπτω, A. strike falsely, counterfeit, prop. of money, D.S. 1.78 : generally,falsify, Luc. Lex. 20 ; κίβδηλα καὶ νόθα καὶ παρακεκομμένα Id. Ind. 2 ; opp.δόκιμαandἀκ
rubbing against one another παρα-τρῐβή,ἡ, A. rubbing against one another, ξύλων Ph.Bybl. 2 . 2. metaph.,friction, ἐν ὑποψίαις ἦν πρὸς ἀλλήλους καὶ παρατριβαῖς Plb. 2.36.5 ; αἱ ἐν ἀλλήλοις π. καὶ
παρα-ψυκτήριον , τό , = sq., λύπης ἄκεστρον καὶ π . S. Ichn. 317 . παρα-ψυκτήριον,τό,=sq.,λύπης ἄκεστρον καὶ π. S. Ichn. 317 .
παραι-φάσσει: τινάσσει, πηδᾷ, παρακινεῖ καὶ τὰ ὅμοια , Hsch. παραι-φάσσει: τινάσσει, πηδᾷ, παρακινεῖ καὶ τὰ ὅμοια, Hsch.
consolatory παραμῡθ-ητικός,ή,όν, A. consolatory, -μυθητικὸν ὁ φίλος καὶ τῇ ὄψει καὶ τῷ λόγῳ Arist. EN 1171b2 ;able to assuage(sc.τῶν ἑαυτοῦ παθῶν), Chrysipp. ap. S.E. P. 1.70 ;π. λόγοςa letterof co
sit beside παρέζομαι, A. sit beside, Thgn. 563 ; in Hom. we find only forms that prob. belong to anaor. παρεζόμην, viz. παρέζεο καὶ λαβὲ γούνων Il. 1.407 ;παρέζετο καὶ λάβε γούνωνib. 557 ; μή τι .
thicker, stouter πάσσων,ον, gen.ονος, Ep. Comp. of παχύς, A. thicker, stouter, μείζονά τ' εἰσιδέειν καὶ πάσσονα Od. 6.230 , cf. 8.20 ; of a woman,μακροτέρην καὶ π. 18.195 .
πεικαμμαῖς: ὀξείαις καὶ λεπταῖς , Hsch. πεικόν: πικρόν, πευκεδανόν , Id. πεῖκος , πείκω , v. πέκος, πέκω . πειλός: πᾶν τὸ πεπιλωμένον (- πηλ -cod.), Id. πεικαμμαῖς: ὀξείαις καὶ λεπταῖς, Hsch. πεικόν:
limit, bound περᾰτ-όω, (πέρας) A. limit, bound, Str. 2.3.1 ,al.; νύκτα καὶ ἡμέραν ἀνατολαῖς καὶ δύσεσιν Ph. 1.347 ; π. τὴν ὕλην ἄπειρον οὖσαν Plu. 2.719d ;αὕτη [μέθοδος] περατοῖτοῦτο [τὸ ἄπειρον]
περίπλεξις , εως , ἡ , = περιπλοκή, συμπλοκῇ καὶ π. πάντα γεννᾶσθαι Arist. Cael. 303a8 ( v.l. ἐπαλλάξει; περιπαλάξει cj. Diels). περίπλεξις,εως,ἡ, A. = περιπλοκή, συμπλοκῇ καὶ π. πάντα γεννᾶσθαι Ar
πλός , Arc. Adv. = πλέον, π. ἁμέραυ καὶ νυκτός IG 5(2).3.16 (Tegea, iv B.C. ). πλός, Arc. Adv. A. = πλέον, π. ἁμέραυ καὶ νυκτός IG 5(2).3.16 (Tegea,iv B.C.).
ποδ-ιάζειν: τὸ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀναστρέφειν καὶ ὑποστρέφειν, Hsch. ποδ-ιάζειν: τὸ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀναστρέφειν καὶ ὑποστρέφειν, Hsch.
πόπαρ: πατήρ, καὶ πατρὸς πατήρ, Hsch. πόπαρ: πατήρ, καὶ πατρὸς πατήρ, Hsch.
reap, share in besides προσαπο-λαύω, A. reap, share in besides, ὕβρεως καὶ ἀτιμίας D.H. 6.58 ; ἀνοίας καὶ ἀμαθίας Jul. Or. 7.228b (prob.): c. acc., κακόν τι Com.Adesp. 1311 ;ἕτερόν τι π.gainsom
one must await προσδοκ-ητέον, A. one must awaitorexpect, Herod.Med. ap. Orib. 10.8.17 , Sch. Pi. N. 2.16 . II. προσδοκητέος,α,ον ,to be expected, πάντα . . προσδοκητέ' ἐστὶ καὶ ἀκοῦσαι καὶ ἰδεῖν Di
extirpate besides προσεκ-κόπτω, A. extirpate besides,καὶ τὰ ἄλλα [δένδρα], καὶ τὸν ἕτερον [ὀφθαλμόν], Teles p.59 H.;τὸν δράκοντα f.l. for προεκκ- in Lib. Ep. 1385.5 .
pull out besides προσεκ-λέγω, A. pull out besides,καὶ τοὺς ἄλλους [ὀδόντας] Teles p.60 H.; τόκους καὶ ἐπιτοκίας Ph. 2.596 :— Med. ,select besides, οὐραγούς Plb. 6.24.2 .
enslave besides προσεξ-ανδρᾰποδίζομαι, A. enslave besides, τὸν Ὀρχομενὸν καὶ τὴν Κορώνειαν Id. 19.112 ; γυναῖκας καὶ τέκνα Paus. 3.23.4 .
towards the wind, to windward προσήνεμος,ον, (ἄνεμος) A. towards the wind, to windward, X. Oec. 18.6 ; καθίζειν ἐν προσηνέμῳ καὶ σκιᾶ Arist. HA 616b14 ; τὰ π. Id. GA 783a32 ; τὰ εὔπνοα καὶ π. Th
productive προσοδ-ικός,ή,όν, ( A. πρόσοδος 11 )productive, Str. 17.3.12 ( Comp. ). II. concerning revenue, τὰ βασιλικὰ καὶ π. καὶ ἰδιωτικά PAmh. 2.33.9 (ii B.C.);π. κρίσειςib. 30 ;τὰ π.accounts
προτριβεῖς: δριμεῖς καὶ ὀξεῖς , Hsch. προτριβεῖς: δριμεῖς καὶ ὀξεῖς, Hsch.