burnt-offering, sacrifice θῠσί-α, Ion. -ιη, ἡ, (θύω) prop. A. burnt-offering, sacrifice, mostly in pl.,v.l. in Batr. 176 , cf. Emp. 128.6 , etc.; ἐν θυσίησι εἶναι Hdt. 8.99 ; θυσίαισι δέκεσθαί τι
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
burnt-offering, sacrifice θῠσί-α, Ion. -ιη, ἡ, (θύω) prop. A. burnt-offering, sacrifice, mostly in pl.,v.l. in Batr. 176 , cf. Emp. 128.6 , etc.; ἐν θυσίησι εἶναι Hdt. 8.99 ; θυσίαισι δέκεσθαί τι
sacrifice θῠσί-α, Ionic dialect -ιη, ἡ, (θύω) properly burnt-offering, sacrifice, mostly in plural, variant in [[ Batrachomyomachia 176, compare 5th c.BC: Empedocles Poeta Philosophus 128.6, etc.; ἐν
ἰξία , ἡ ,= ἰξός 1 , Thphr. HP 3.16.1 , CP 2.17.1 , prob. in Dsc. 3.89 . = χαμαιλέων λευκός , pine-thistle, Atractylis gummifera , Dsc. 3.8 , Plin. HN 22.45 ; ἡ ἰ. ἡ ἐν Κρήτῃ Thphr. HP 9.1.3 . = sq.,
ἷτθαι: ἧσθαι , Hsch. ἰτθέλαν: διφθέραν , Id. (cf. ἰξαλῆ ). ἰτλαί: οἷς <ἐν>τείνουσι τὰς ὤας τοῦ ὑφαινομένου μυγελεῖς (fort. Πυγελεῖς ) : οἱ δὲ τοὺς μίτους , Id. ἷτθαι: ἧσθαι, Hsch. ἰτθέλαν: διφθέραν,
ἴττα , dialect word for δρυοκόλαψ , Hsch. ἰττέλα , v. ἰξαλῆ . ἴττιον: οὐσία ( Elean ), Id. ἴττον: ἕν (Cret.), Id. ἴττυγα: ἐκπληκτικά A. Fr. 427 (ap. Hsch. ). ἴττα, dialect word forδρυοκόλαψ, Hsch. ἰτ
κάμαρος , ὁ , v. κάμμαρος . καμαρός , ά , όν , Carian word, = ἀσφαλής, κάμαρα (sic codd.) λέγεσθαι τὰ ἀσφαλῆ Apollon. ap. Sch. Orib. 46.21.7 . κάμαροι: στῆλαι ἐν αἷς ἀναγέγραπται ὁ περιορισμὸς τῆς Ἀσί
κάν , poet. for κατά before ν , κὰν νόμον Pi. O. 8.78 , prob. in Alc. Supp. 19 . κἀν , crasis for καὶ ἐν . κάν, poet. forκατάbeforeν A. , κὰν νόμον Pi. O. 8.78 , prob. in Alc. Supp. 19 .κἀν, crasi
yoke together καταζεύγ-νῡμιandκαταζευγ-νύω, A. yoke together, ἐν ἅρματα κ. σθένος ἵππιον Pi. P. 2.11 :— Pass. ,δύο πλοῖα κατεζευγμένα( v.l. Χελώνας -μένας ) D.S. 20.85 : metaph.,to be united, ταῖς
stick fast καταπήγνῡμιandκαταπερι-ύω( Arist. Pol. 1324b20 ), A. stick fastin something,plant firmly, ἔγχος μὲν κατέπηξεν ἐπὶ Χθονί Il. 6.213 ;ἐν δὲ σκόλοπας κ. 7.441 , cf. Hdt. 4.72 , Ar. Av. 360 ,
make κατευθύν-ω, poet.impf. A. κατευθύνεσκον IGRom. 4.507b (Pergam.):—makeorkeep straight, τὴν πτῆσιν Arist. IA 710a2 ; ναῦν τῷ πηδαλίῳ D.Chr. 13.18 ;βιοτῆς οἴακα κατευθύνεσκες ἐν οἴκῳ IGRom.l
covered over, vaulted, overhanging κατηρεφής,ές, (ἐρέφω) A. covered over, vaulted, overhanging, σπέος εὺρὺ κ. Od. 13.349 ; κλισίας τε κ. Il. 18.589 ; ἐν σμήνεσσι κ. μέλισσαι Hes. Th. 594 ; μέγα
mirror κάτοπτρον,τό, A. mirror, κ. εἴδους χαλκός A. Fr. 393 , cf. E. Hipp. 429 , etc.;τίς γὰρ κατόπτρῳ καὶ τυφλῷ κοινωνία; Com. ap. Stob. 4.30.6a ; κ. ἀνδρομήκη Phld. Rh. 2.206S. ; ἐν κατόπτρῳ .
κόρταλος , κόρταφος , v. κρόταλον, κρόταφος . κορτερά , v. κρατερός . κορτέω , v. κροτέω . κόρτη , ἡ , a Parthian garment, Hsch. κόρτος: ὁ ἐν τοῖς κυσὶ κροτός (prob. κροτών ), Id. κόρταλος,κόρταφος,
to hide Κρύπτω [in LXX for חָבָא, טָמַן, סָתַר, צָפַן, etc. ;] to hide, conceal: with accusative, Mat.13:44 25:18; before ἐν, Mat.25:25 (pass., Mat.13:44, Col.3:3); pass., Mat.5:14, Heb.11:23, 1Ti.5
κύμινδις [ ῠ], ὁ (or ἡ , v. Sch. Il. 14.291 ), gen. - ιδος Pl. Cra. 392a :— name of a bird, ἥν τ' ἐν ὄρεσσι χαλκίδα κικλήσκουσι θεοί, ἄνδρες δὲ κύμινδιν Il.l.c., cf. Ar. Av. 1181 , Arist. HA 615b6 . κ
λαρωντιδῶν: ἐν τοῖς ἀθροίσμασιν ἔλεγον, ὡς ἐπῳδῶν , Hsch. λᾶς , = λᾶας , Id.; v. λαστρυγυλίας . λάσα: τράπεζα πληρεστάτη , Id. Λάσα , = Λάρισα , Id.: Adj. Λασαῖος IG 9(2).517.19 . λάσαγγες: οἱ περὶ τὰ
to lack λείπω [in LXX: Job.4:11, Pro.19:4 (פָּרַד), al. ;] __1. trans., to leave, leave behind; pass., to be left behind, to lack before prep. (as more usual in cl.), ἐν, Jas.1:4; with genitive of t
λεύκο-κρας: λευκοκέφαλος , Hsch. : pl. - κρατες ( -κέρατες cod.) : ἢ διὰ τὸ τοὺς ἐν Εὐβοίᾳ βοῦς λευκοὺς εἶναι, ἢ ἴσως ἀντὶ τοῦ λαμπρούς , Id. λεύκο-κρας: λευκοκέφαλος, Hsch. : pl. -κρατες(-κέρατεςcod.
thicket, copse λόχμ-η,ἡ, (λέχομαι) A. thicket, copse, esp. as thelairof wild beasts, ἐν λόχμῃ πυκινῇ κατέκειτο μέγας σῦς Od. 19.439 ; λόχμας ὕπο κυανέας Pi. O. 6.40 , cf. P. 4.244 ; ἐχῖνος ὥς τις
λυκίσκος: ἡ μὴ ἔχουσα ἀξονίσκον τροχαλία, τρῆμα δὲ μόνον, ἢ ἄνοδος δόματος , Hsch. λῠκοβᾰτίας δρυμός: ἐν ᾧ οἱ λύκοι διατρίβουσι , Id. (post λυκαιχλίας ). λυκίσκος: ἡ μὴ ἔχουσα ἀξονίσκον τροχαλία, τρῆμ
to be in μεσόω, (μέσος) A. to be inorat the middle, τόδ' ἴσθι, μηδέπω μεσοῦν κακόν A. Pers. 435 ; ἐν ἀρχῇ πῆμα κοὐδέπω μεσσῖ E. Med. 60 ; ἐπειδὴ τὸ δρᾶμα ἤδη μεσοίη Ar. Ra. 924 ; esp. of Time,μ
be in the middle μεσόω, (μέσος) to be in or at the middle, τόδ᾽ ἴσθι, μηδέπω μεσοῦν κακόν [[ 4th-5th c.BC: Aeschylus Tragicus “Persae” 435; ἐν ἀρχῇ πῆμα κοὐδέπω μεσσῖ 5th c.BC: Euripides Tragicus “Me
to be moderate, keep measure μετρι-άζω, A. to be moderate, keep measure, S. Ph. 1183 (lyr.), Th. 1.76 , Arist. Pol. 1298a40 ;τινι ina thing, ib. 1314b33 : with Preps., μ. ἐν ταῖς εὐπραξίαις D. 20.16
ship ναῦς, ἡ, (see. below) ship, [[ 8th c.BC: Homerus Epicus, etc.] Refs 8th c.BC+] (but rare in non-literary Hellenistic Greek, once in NT, [[ NT.Acts.27.41, πλοῖον being generally used)] NT]; ἐν νή