βραστικός , ή , όν , f.l. for βλαστικός , Herm. ap. Stob. 1.41.7 . βραστικός,ή,όν, A. f.l. for βλαστικός , Herm. ap. Stob. 1.41.7 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
βραστικός , ή , όν , f.l. for βλαστικός , Herm. ap. Stob. 1.41.7 . βραστικός,ή,όν, A. f.l. for βλαστικός , Herm. ap. Stob. 1.41.7 .
βρᾰχῠ-θάλασσος [ θᾰ], ον , gloss on εὔφαλον (sic, i. e. ἔφαλον ), Hsch. βρᾰχῠ-θάλασσος[θᾰ],ον , A. gloss on εὔφαλον (sic, i. e.ἔφαλον), Hsch.
strong βρῐᾰρός,ά,όν, Ion. βριερός,ή,όν, Ep. Adj. A. strong,κόρυς, τρυφάλεια, Il. 16.413 , 19.381 , cf. Coluth. 30 ; δέμας Tryph. 19 ; ῥίζα Nic. Th. 659 ; δόμος Οὐλύμποιο Orph. Fr. 248 ; of pe
from the depths of the sea, deep βρύχιος[ῠ],α,ον , alsoος,ον A. Pers. 397 : (Βρύξ):— A. from the depths of the sea, deep, ἅλμη A. l.c., Tim. Pers. 96 ; ἅλς A.R. 1.1310 ;βρυχία ἠχὼ βροντῆςthe sou
βυβός , ή , όν , = μεστός, πλήρης, μέγας , Sophr. 115 . βυβός,ή,όν, A. = μεστός, πλήρης, μέγας , Sophr. 115 .
in the deep, sunken βῠ́θ-ιος,α,ον, alsoος,ον Gal. 2.634 :— A. in the deep, sunken, Luc. DMar. 3.1 ; κρηπῖδας β. πηξαμένη AP 9.791 ( Apollonid. );ἐκ β. ἰλύοςfrom the mudof the deep, Hymn.Is. 71 .
βωμιαῖος , α , ον , = sq., S. Fr. 38 . βωμιαῖος,α,ον,=sq., S. Fr. 38 .
βωμικός , ή , όν , = βώμιος , BCH 2.600 ( Cibyra ). βωμικός,ή,όν, A. = βώμιος , BCH 2.600 (Cibyra).
of an altar βώμιος,ον, alsoα,ον,v.infr.: (βωμός):— A. of an altar, ἀκτὰν πάρα βώμιον S. OT 183 (lyr.); βώμιοι ἐσχάραι E. Ph. 274 ; β. ἕδρη Orph. A. 992 . 2. of a suppliant,βωμία ἐφημένη at the
γαιο-φάγος [ ᾰ], ον , = γαιηφάγος , Nic. Th. 784 . γαιο-φάγος[ᾰ],ον, A. = γαιηφάγος , Nic. Th. 784 .
γαλακτηφόρος , ον , = γαλακτο- , BCH 37.97 (ii/iii A. D.) . γαλακτηφόρος,ον, A. = γαλακτο- , BCH 37.97 (ii/iii A. D.).
γᾰλην-αῖος , α , ον , = γαληνός , AP 10.21 ( Phld. ); ὀπωπαί Epigr.Gr. 403.2 ( Sebastopolis ). Adv. -αιως Sch. Od. 7.319 . γᾰλην-αῖος,α,ον, A. = γαληνός , AP 10.21 ( Phld. ); ὀπωπαί Epigr.Gr. 403.2
γᾰλήν-ιος , ον , = γαληνός , Luc. Halc. 2 . γᾰλήν-ιος,ον, A. = γαληνός , Luc. Halc. 2 .
calm γαληνός,όν(ή,όν Cat.Cod.Astr. 1.136 ), A. calm, esp. of the sea,γαλήν' ὁρῶ(neut. pl.) I seea calm, E. Or. 279 ; of persons,gentle, Id. IT 345 ; γ. προσφθέγματα Id. Hec. 1160 ; γαληνὴ ἕξις μετ
γάμ-ιος [ ᾰ], α , ον , = γαμήλιος, μέλος Mosch. 2.124 ; εὐνή Opp. C. 3.149 , cf. Nonn. D. 1.69 , al.; γαμίης ἐλπίδος ἐστέρεσεν IG 12(8).600 ( Thasos ). γάμ-ιος[ᾰ],α,ον, A. = γαμήλιος, μέλος Mosch.
γαστρο-βόρος , ον , = γαστρίμαργος , Poll. 2.168 , 175 . γαστρο-βόρος,ον, A. = γαστρίμαργος , Poll. 2.168 , 175 .
crooked, bent outwards γαυσός,ή,όν, orγαῦσος,η,ον(accent uncertain, Gal. 18(2).518 ; codd. of Hp. haveγαῦσοςbutγαυσοί), A. crooked, bent outwards, μηρός Hp. Fract. 20 , Art. 77 .
loud-sounding, sonorous γεγωνός,όν,Adj.(frompart. γεγωνώς, asἀραρός,όν , fromἀραρώς) A. loud-sounding, sonorous, πέμπει γεγωνὰ . . ἔπη A. Th. 443 ; ὄντα δ' ἄφωνα βοὴν ἵστησι γεγωνόν Antiph. 196.2
γελωτός , ή , όν , prob. f.l. for γελοῖος , Olymp. in Alc. p.10C. γελωτός,ή,όν, prob. A. f.l. for γελοῖος , Olymp. in Alc. p.10C.
γενεθλ-ήϊος , ον , = γενέθλιος , Orac. ap. Eus. PE 6.2 . γενεθλ-ήϊος,ον, A. = γενέθλιος , Orac. ap. Eus. PE 6.2 .
γενεθλίδιος , ον , = γενέθλιος, δῶρα AP 6.325 ( Leon. ), cf. 243 ( Diod. ). γενεθλίδιος,ον, A. = γενέθλιος, δῶρα AP 6.325 ( Leon. ), cf. 243 ( Diod. ).
of γενέθλιος,ον, alsoα,ον Lyc. 1194 :— A. oforbelonging to one's birth,γ. δόσιςabirthdaygift, A. Eu. 7 ;ἡ γενέθλιος ἡμέρα birthday, Epicur. Fr. 217 , OGl 111.29 (ii B. C.), etc.;γενεθλία ἡμέραib. 2
γενεσι-αρχικός , ή , ον , = γενεαρχικός, χωρία Just. Nov. 21.2 . γενεσι-αρχικός,ή,ον, A. = γενεαρχικός, χωρία Just. Nov. 21.2 .
γενεσιακός , ή , όν , = γενεθλ-, ἡμέρα Vett.Val. 19.27 . γενεσιακός,ή,όν, A. = γενεθλ-, ἡμέρα Vett.Val. 19.27 .