dragging, in a long line σύρδην,Adv., (σύρω) A. dragging, in a long line,Βαβυλὼν . . πάμμικτον ὄχλον πέμπει ς. A. Pers. 54 (anap.). II. as if dragged along, violently,ς. ἅπαντα . . ἀναλῶσαι δορίE Rh
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
dragging, in a long line σύρδην,Adv., (σύρω) A. dragging, in a long line,Βαβυλὼν . . πάμμικτον ὄχλον πέμπει ς. A. Pers. 54 (anap.). II. as if dragged along, violently,ς. ἅπαντα . . ἀναλῶσαι δορίE Rh
assist zealously συσπεύδω, A. assist zealously, φιλεῖ δὲ τῷ κάμνοντι συσπεύδειν θεός A. Fr. 395 ; ς. Πανταλέοντι γενέσθαι τὴν ἀρχήν Hdt. 1.92 ; ς. ἡμῖν τοῦ μὴ ἀνοιχθῆναι τὴν παλαίστραν PSI 4.340
tight-bound σφιγκ-τός,ή,όν, A. tight-bound: 1. of the person bound, AP 5.229 (Paul. Sil.), 9.641 ( Agath. ). 2. of the thing that binds,ς. στεφάνων ἀμφὶ κόμαισι μίτοςib. 5.174 ( Mel. );ς. μόροςdeat
from nigh at hand σχεδ-όθεν,Adv., prop. A. from nigh at hand; but used muchlikesq.,nigh at hand, near, ὤμων μεσσηγὺς ς. βάλε Il. 16.807 , cf. A.R. 4.662 ; ς. δέ οἱ ἦλθεν Ἀθήνη Od. 2.267 , 13.221
scholastic σχολικός,ή,όν, ( A. σχολή 11 )scholastic, ὑπομνήματα Ath. 3.83b ; παράδοσις Heliod. ap. Orib. 49.8.1 ;academic, ς. συγγυμνασία A.D. Conj. 213.2 ;ς. πλάσματα schoolcompositions, D.
able to save, maintain σωσ-τικός,ή,όν, A. able to save, maintain, orpreserve, c. gen.,ἡ δικαιοσύνη νόμων ς. Arist. Top. 149b33 ; ς. ἢ ποιητικὸν ἀγαθοῦ Id. MM 1183b36 ; τοῦ θερμοῦ Id. Pr. 932b3 (
one that chastens σωφρον-ιστής,οῦ,ὁ, A. one that chastensorchastises, Th. 6.87 , Pl. R. 471a , D. 19.285 , etc.;ὁ δῆμος . . ἐκείνων ς. Th. 8.48 ; τῆς γνώμης Id. 3.65 ; ὁ ς. λόγος Lyc. Fr. 3 ; νόμ
ἀλλόμος: τυφλός , Hsch. ; i. e. ἀλαό[λαο]ς . ἀλλόμος: τυφλός, Hsch. ; i. e.ἀλαό[λαο]ς.
ἄλυστ-ον: [ς]τρυβλίον, Hsch. ἄλυστ-ον: [ς]τρυβλίον, Hsch.
ἐξαρτ-ιόω , = ἐξαρτύω, πτέ]ρνη . . ς]φην[ίσκ]οις ἐξηρτίωται Herod. 7.23 . ἐξαρτ-ιόω, A. = ἐξαρτύω, πτέ]ρνη . . ς]φην[ίσκ]οις ἐξηρτίωται Herod. 7.23 .
ἵλᾰμαι ,= ἱλάομαι, ἵλαμαι δέ ς' ἀοιδῇ h.Hom. 19.48 , 21.5 ; Ἄρτεμιν ἵλασθαι θέλξαι θ' ὑπερήνορα θῆρα Orph. A. 944 ; cf. ἵλημι. [ῐ in h.Hom. , ῑ in Orph. ] ἵλᾰμαι,= A. ἱλάομαι, ἵλαμαι δέ ς' ἀοιδῇ h.
καγκύλη , ἡ , Aeol. for κηκίς , Hsch. καγρᾶ<ς>: καταφαγᾶς (Salam.), Id. (prob.l.). καγκύλη,ἡ, Aeol. forκηκίς, Hsch. καγρᾶ<ς>: καταφαγᾶς(Salam.), Id. (prob.l.).
κακόρας: κατακόψας , Euclus ap. Hsch. (Perh. for κα-κορά<α>ς , cf. κοραίω .) κακόρδαζε: ἀπεχώρει , Hsch. κακόρας: κατακόψας, Euclus ap. Hsch. (Perh. forκα-κορά<α>ς, cf.κοραίω.)κακόρδαζε: ἀπεχώρει, Hsc
λίγδα , v. λίγδος 111 . λιγδαρεοχύται: οἱ ἐν ταῖς λίγδαις τὰς <ς>άρκας χέοντες, τουτέστι χοάναις , Hsch. λιγδεύει: ἀπηθεῖ , Id. λίγδα, A. v. λίγδος 111 .λιγδαρεοχύται: οἱ ἐν ταῖς λίγδαις τὰς <ς>άρκ
ὄρχεα , = ὄσχεος , Gal. 19.127 ; ὀρχέα: ἡ τοῦ ταύρου ὀ<ς>χέα, Hsch. ὄρχεα, A. = ὄσχεος , Gal. 19.127 ;ὀρχέα: ἡ τοῦ ταύρου ὀ<ς>χέα, Hsch.
περιλῆσαι (- ιειλῆσαι cod.) : περι<ς>τρέψαι , Hsch. περιλῆσαι(-ιειλῆσαιcod.): περι<ς>τρέψαι, Hsch.
πήραξον: ἀφόδευσον , Hsch. πηρία<ν>: Ἀ<ς>πένδιοι τὴν χώραν τοῦ ἀγροῦ , Id. πήραξον: ἀφόδευσον, Hsch. πηρία<ν>: Ἀ<ς>πένδιοι τὴν χώραν τοῦ ἀγροῦ, Id.
Σ . OGI 479.4 (Dorylaeum, ii A.D. ): cf. συγκλείς . πρὸς τὴν ς . dub. sens. in PTeb. 5.197 (ii B.C.) . Σ. OGI 479.4 (Dorylaeum,ii A.D.): cf.συγκλείς. 3. πρὸς τὴν ς. dub. sens. in PTeb. 5.197 (ii B.C
σᾰκ-ηφόρος , ὁ ,= σακκοφόρος 1 , Διονύσου . . ς. μύσται Supp.Epigr. 4.522 (Ephesus, ii A.D. ). σᾰκ-ηφόρος,ὁ,= A. σακκοφόρος 1 , Διονύσου . . ς. μύσται Supp.Epigr. 4.522 (Ephesus,ii A.D.).
σαλούσιον , τό , ὀρτύγων ς . dub. sens. in PSI 4.428.55 (iii B.C.) , cf. PCair.Zen. 12.44 , 672.4 (pl.). σαλούσιον,τό , ὀρτύγων ς. dub. sens. in PSI 4.428.55 (iii B.C.), cf. PCair.Zen. 12.44 , 672.4
σαμώση: κεραυνώσῃ , Hsch. σάν , v. Σ ς B. 2 . σάναπτιν: τὴν οἰνώτην, Σκύσαι , Hsch. σανδαία: τροπὴ ἀπὸ γῆς, ἔνιοι δὲ τὸν λίβα ἄνεμον , Id. σαμώση: κεραυνώσῃ, Hsch. σάν, A. v. Σ ς B. 2 .σάναπτιν: τ
σαργάν-ιον , τό ,= foreg., ἀχύρου ς. ἕν PLips. 21.18 (iv A.D.) . σαργάν-ιον,τό,= foreg., A. ἀχύρου ς. ἕν PLips. 21.18 (iv A.D.).
making flesh grow σαρκ-ωτικός,ή,όν, A. making flesh grow, Id. 1.261 , 11.799 ;πληγῶν ς. interpol. in Dsc. 1.126 ;κόλπων ς. Id. 1.1.2 .
eat flesh, be carnivorous σαρκοφᾰγ-έω, A. eat flesh, be carnivorous, Arist. HA 628b33 , PA 662b1 , al. II. c. acc.,eat the flesh of, ἀνθρώπους D.S. 1.89 ; ς. τὰς ζῴων σάρκας Id. 5.39 ;ς. μέλη ea