καρπο-γένεθλος , ον , = καρπογόνος , epith. of Apollo, AP 9.525.11 . καρπο-γένεθλος,ον, A. = καρπογόνος , epith. of Apollo, AP 9.525.11 .
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
καρπο-γένεθλος , ον , = καρπογόνος , epith. of Apollo, AP 9.525.11 . καρπο-γένεθλος,ον, A. = καρπογόνος , epith. of Apollo, AP 9.525.11 .
καρπο-δόχος , ον , v. καρπολόχος . καρπο-δόχος,ον, A. v. καρπολόχος .
κάρτιστος , η , ον , Ep. for κράτιστος . καρτομιστής , ὁ , = κερτ- , Hsch. κάρτιστος,η,ον, Ep. forκράτιστος.καρτομιστής,ὁ, A. = κερτ- , Hsch.
καρυηνόν , τό , or Καρυηνός , ή , όν , v. κάροινον . καρυηνόν,τό, orΚαρυηνός,ή,όν, A. v. κάροινον .
καρχᾰρ-έος , α , ον , = κάρχαρος, κύνες EM 493.1 ; cf.foreg. 11 . καρχᾰρ-έος,α,ον, A. = κάρχαρος, κύνες EM 493.1 ; cf.foreg. 11 .
saw-like, jagged κάρχᾰρ-ος,ον, andα,ον Alcm. 140 :— A. saw-like, jagged, sowith saw-like jagged teeth, κύων Lyc. 34 , Luc. Luct. 4 , cf. Ael. NA 16.18 ; στόμα Opp. C. 3.142 ; ἕρκος Id. H. 1.506
κάτ-ακρος , ον , strengthd. for ἄκρος , Sch.D Il. 15.536 . Adv. -ως Anon. Prog. in Rh. 1.627 W. κάτ-ακρος,ον, strengthd. forἄκρος, Sch.D Il. 15.536 .Adv. A. -ως Anon. Prog. in Rh. 1.627 W.
κατ-άνεμος , ον , f.l. for κατήνεμος , Poll. 1.101 . κατ-άνεμος,ον, A. f.l. for κατήνεμος , Poll. 1.101 .
κατα-βάσιος [βᾰ] , ον , = καταιβάσιος, πῦρ LXX Wi. 10.6 . κατα-βάσιος [βᾰ],ον, A. = καταιβάσιος, πῦρ LXX Wi. 10.6 .
κατά-θερμος , ον , strengthd. for θερμός , Aët. 9.1 , Sch. Pi. O. 3.42 . κατά-θερμος,ον, strengthd. forθερμός, Aët. 9.1 , Sch. Pi. O. 3.42 .
κατα-κοπτικός , ή , όν , dub. sens. in PMag.Lond. 121.430 . κατα-κοπτικός,ή,όν, dub. sens. in PMag.Lond. 121.430 .
κατά-στυφλος , ον , = foreg., Hsch. κατά-στυφλος,ον,=foreg., Hsch.
καταβόρειος , ον , ( Βορέας ) = sq., Thphr. HP 2.8.1 . καταβόρειος,ον, (Βορέας)=sq., Thphr. HP 2.8.1 .
κατάγαιος , ον , Ion. for κατάγειος . κατάγαιος,ον, Ion. forκατάγειος.
καταγύναιος [ῠ] , ον , = sq., Gloss. καταγύναιος [ῠ],ον,=sq.,Gloss.
καταειμένος , η , ον , pf. part. Pass. , of καταέννυμι , Od. 13.351 . of καθίημι , hanging down over , A.R. 1.939 , 3.830 . καταειμένος,η,ον,pf. part. Pass. , 1. ofκαταέννυμι, Od. 13.351 . 2. ofκαθ
in the mind καταθύμιος [ῡ],α,ον, alsoος,ον Eumel. 13 :— A. in the mindorthoughts, ὄφρα ἔπος εἴπωμι τό μοι καταθύμιόν ἐστιν Od. 22.392 ;μηδέ τί τοι θάνατος κ. ἔστωlet not death sitheavy on thy hear
wishes καταθύμιος [ῡ], α, ον, also ος, ον [[ 8th c.BC(?): Eumelus Epicus 13 ] Refs 8th c.BC+]:— in the mind or thoughts, ὄφρα ἔπος εἴπωμι τό μοι καταθύμιόν ἐστιν [[ 8th c.BC: Odyssea Homerus Epicus “
καταίσιμ-ος , ον , = αἴσιμος , Hsch. καταίσιμ-ος,ον, A. = αἴσιμος , Hsch.
καταϊσχαλέος , α , ον , = ἰσχαλέος , dub. l. in Od. 19.233 . καταϊσχαλέος,α,ον, A. = ἰσχαλέος , dub. l. in Od. 19.233 .
κατακαίριος , ον , = καίριος , Il. 11.439 , AP 9.227 ( Bianor ). κατακαίριος,ον, A. = καίριος , Il. 11.439 , AP 9.227 (Bianor).
κατάκλᾰδος , ον , gloss on κατάπρεμνος , Hsch. κατάκλᾰδος,ον, A. gloss on κατάπρεμνος , Hsch.
κατάκτῠπ-ος , ον , gloss on κατάδουπος , Zonar. κατάκτῠπ-ος,ον, A. gloss on κατάδουπος , Zonar.
κατάλαβρος , ον , strengthd. for λάβρος , Eup. 293 . κατάλαβρος,ον, strengthd. forλάβρος, Eup. 293 .