κᾰμᾰτ-εύω , aor. ἐκαμάτευσε: μετὰ κακοπαθείας εἰργάσατο, καὶ ἔφυγεν , Id. κᾰμᾰτ-εύω,aor. ἐκαμάτευσε: μετὰ κακοπαθείας εἰργάσατο, καὶ ἔφυγεν, Id.
- Type
- lexicon entry
- Language
- greek
Free Resources
Search the Free Resources catalog.
κᾰμᾰτ-εύω , aor. ἐκαμάτευσε: μετὰ κακοπαθείας εἰργάσατο, καὶ ἔφυγεν , Id. κᾰμᾰτ-εύω,aor. ἐκαμάτευσε: μετὰ κακοπαθείας εἰργάσατο, καὶ ἔφυγεν, Id.
κάρχαι: καρκίνοι, καὶ <κ> όχλοι ( Sicel ), Hsch. κάρχαι: καρκίνοι, καὶ <κ>όχλοι (Sicel), Hsch.
κἀς , crasis for καὶ εἰς , or καὶ ἐς , Ar. Ach. 184 , etc. κἀς, crasis forκαὶ εἰς, orκαὶ ἐς, Ar. Ach. 184 , etc.
to thunder down καταβροντάω,fut. -ήσομαι, A. to thunder down, τοὺς ῥήτορας Longin. 34.4 ; καταστράψουσι καὶ -ήσονται Them. Or. 27.337d ; κατέσεισεν ἅπαντα καὶ κατεβρόντησεν Eun. Hist. p.256 D.
Καταγέλα , ἡ , Comic name of a town, with a play on the Sicil. Gela , Γέλα καὶ Καταγέλα Ar. Ach. 606 , cf. Ath. 7.314f . Καταγέλα,ἡ, Comic name of a town, with a play on the Sicil.Gela, A. Γέλα καὶ
closing of the eyes κατάμῠσις,εως,ἡ, A. closing of the eyes, Plu. Cam. 6 (pl.): κ. ὀφθαλμῶν A.D. Synt. 291.16 . 2. winking,γέλωτι καὶ λαλιῇ καὶ κ. Aret. SD 1.7 .
burn to cinders κατανθρᾰκ-όω,fut. -ώσομαι, A. burn to cinders, στέγην πυρώσω καὶ κατανθρακώσομαι A. Fr. 281.4 . II. elsewh. only in Pass. , δέμας φλογιστὸν ἤδη καὶ κατηνθρακωμένον S. El. 58 ; ἅπ
wear out, exhaust κατατρύχω [ῡ], A. wear out, exhaust, δώροισι κατατρύχω καὶ ἐδωδῇ λαούς Il. 17.225 ; ἵνα μή σε κ. καὶ ἑταίρους Od. 15.309 , cf. 16.84 ;τίς τυ κατατρύχει; Theoc. 1.78 , cf. AP 7.6
κατοχ-ωτικός , ή , όν , f.l. in Ph. 1.509 , 511 (leg. κατοκωχή τε καὶ μανία ). κατοχ-ωτικός,ή,όν,f.l. in Ph. 1.509 , 511 (leg.κατοκωχή τε καὶ μανία).
καυκιάλης: βοτάνη τις, ὁμοία κορίῳ ( κωρίῳ cod.), καὶ ὄρνις , Hsch. (cf. καυκαλίς and καυκαλίας ). καυκιάλης: βοτάνη τις, ὁμοία κορίῳ(κωρίῳcod.),καὶ ὄρνις, Hsch. (cf.καυκαλίςandκαυκαλίας).
κερατεσσεῖς: οἱ τοὺς ταύρους ἕλκοντες ἀπὸ τῶν κεράτων: καλοῦνται δὲ καὶ κερατεσσεῖς: οἱ τοὺς ταύρους ἕλκοντες ἀπὸ τῶν κεράτων: καλοῦνται δὲ καὶ
κερχν-όω , aor. inf. κερχνῶσαι: καταστίξαι καὶ οἷον τραχῦναι , Hsch. s.v. κατακερχνοῦται . κερχν-όω,aor. inf. κερχνῶσαι: καταστίξαι καὶ οἷον τραχῦναι, Hsch. A. s.v. κατακερχνοῦται .
κηδωλός: ὁ φροντίζων καὶ κηδόμενος ὅλων , Suid. κηδωλός: ὁ φροντίζων καὶ κηδόμενος ὅλων, Suid.
κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι , Hsch. κίναρχος: ἄψυχος , Id. κιναρύζεσθαι: τὸ θρηνεῖν μετὰ τοῦ γογγύζειν, καὶ κινεῖσθαι, Hsch. κίναρχος: ἄψυχος, Id.
weeping κλαυθμός, -οῦ, ὁ (κλαίω), [in LXX chiefly for בְּכִי ;] crying, weeping, Act.20:37; κ. καὶ ὀδυρμός, Mat.2:18 (LXX); ὁ κ. καὶ ὁ βρυγμός, Mat.8:12 13:42, 50 22:13 24:51 25:30, Luk.13:28.† (AS
κλήνιος: ἔνδοξος , Hsch. κληπικοί: ἰσχνοί, καὶ ἄσιτοι , Id. κλήνιος: ἔνδοξος, Hsch. κληπικοί: ἰσχνοί, καὶ ἄσιτοι, Id.
scratching κνῆσις,εως,ἡ, (κνάω) A. scratching, τρῖψις καὶ κ. Pl. Phlb. 46d ; κ. κροτάφων καὶ ὤτων Aret. CA 1.1 : pl., Pl. Phlb. 51d : metaph.,tickling, ἕνεκα . . κνήσεως ὤτων Plu. 2.167b . II.
κνιπεῖν: σείειν, ξύειν μέλαθρα καὶ δοκούς , Hsch. κνιπεῖν: σείειν, ξύειν μέλαθρα καὶ δοκούς, Hsch.
κολασσία: ἀνδριάντος σκιά, καὶ τὸ ἐς ὕψος ἀνάστημα , Hsch. κολασσία: ἀνδριάντος σκιά, καὶ τὸ ἐς ὕψος ἀνάστημα, Hsch.
κομάς: θεραπείας, καὶ τὰ συοφόρβια , Hsch. κομάς: θεραπείας, καὶ τὰ συοφόρβια, Hsch.
exercise in the arena κόνῑσ-ις,εως,ἡ, A. exercise in the arena,δρόμου . . καὶ πάλης καὶ κονίσεως( v.l. κινήσεως ) Arist. Cael. 292a26 . II. f.l. for κόμμωσις (q. v.), Id. HA 623b31 .
κοράσσει: ὀρχεῖται, καὶ ἄκλητος ἐλήλυθε , Hsch. :—also κοράττειν: κορακεύεσθαι , Id. κοράσσει: ὀρχεῖται, καὶ ἄκλητος ἐλήλυθε, Hsch. :—alsoκοράττειν: κορακεύεσθαι, Id.
κορβᾶ: ἡ τοῦ κόρματος καὶ Κορύβαντος ( -αντίας cod.) αἰτία , Hsch. κορβᾶ: ἡ τοῦ κόρματος καὶ Κορύβαντος(-αντίαςcod.)αἰτία, Hsch.
κοσάλανον: τὸ βραχύ, καὶ τὸ δίκαιον , Hsch. κοσάλεφοι: κόλαφοι , Id. κόσβατοι , v. κοσυβάτας . κόσκικοι: οἱ κατοικίδιοι ὄρνιθες , Id. κοσάλανον: τὸ βραχύ, καὶ τὸ δίκαιον, Hsch. κοσάλεφοι: κόλαφοι, Id